Τετάρτη, Απριλίου 30, 2014

Η Θεία μου, η Κοινωνία.


Σε αυτό το blog, πλανάται πάντα ένα φάντασμα. Στη ζωή μου, πλανώνται διάφορα φαντάσματα γενικώς, αλλά υπάρχει 1 τον αριθμό φάντασμα που ως κακή νυχτερίδα, κρέμεται ανάποδα από το ταβάνι αυτού του blog και άλλων σημείων της διαδικτυακής μου παρουσίας. 

Είναι ο φίλος μας ο Θανάσης. 

Και τώρα θα πω λίγα λόγια για το φίλο μας το Θανάση: ίσως να μην είναι απολύτως σωστό, αλλά καλλιτεχνική αδεία, μπορώ να κάνω ό, τι θέλω, ιδίως αν δεν αποκαλύπτω επώνυμα. Ο Θανάσης είναι ο άνθρωπος με τον οποίο τόσο εγώ, όσο και ο ισχυρός συνεργάτης μου, έχουμε καταφέρει να τσακωθούμε μέχρι του βαθμού να θέλουμε να πέσουμε από το μπαλκόνι ή να προκαλέσουμε αυτοκινητιστικό ατύχημα. 

Ναι, ναι, ναι,  άλλο ένα από τα πράγματα που πολύς μετριοπαθής κόσμος, δεν θα μπορέσει να καταλάβει ποτέ. 

Υπάρχει πάντα ένα σημείο στη διαδικασία του τσακωμού με το Θανάση, στο οποίο θέλεις οπωσδήποτε να πέσεις από το μπαλκόνι. Ομοζώδιός μου, λαμπρός επιστήμων και ισχυρογνώμων μέχρι αηδίας, ο Θανάσης, ήταν και θα είναι πάντα ο άνθρωπος τον οποίο μπορείς να χρησιμοποιήσεις ως μονάδα μέτρησης για την παράνοια που υποψιάζεσαι ότι έχει αρχίσει να σε κυριεύει επικίνδυνα. Μετά τη μέτρηση, πηγαίνεις πάντα για ύπνο ήσυχος και με την πεποίθηση ότι είσαι ο πιο σώφρων άνθρωπος του κόσμου.

Τώρα τελευταία που στη δουλειά τα πράγματα δεν, «δεν» καθόλου όμως, αντί να βυθίζομαι στις σκέψεις του πόσο έχω επιτρέψει στον εαυτό μου να βρίσκεται «σε ένα κακό γάμο», επέλεξα για μία ακόμη φορά, να ρωτήσω την άποψη του Θανάση πάνω στο θέμα.

Η άποψή του είναι φυσικά αφοριστική, στυγνή και απόλυτη: παραιτήσου, χτες.

Όχι τόσο αντιδιαμετρικά αντίθετη από την άποψη της θείας μου. Η Θεία μου (εδώ δεν χρειάζεται ούτε όνομα, λόγω αδείας από τη συγγένεια α’ βαθμού που μας συνδέει), είναι επίσης ένας από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός μου στον οποίο στρέφομαι συχνά για συμβουλευτικά insights και κατευθύνσεις σχετικά με το πώς να διάγω το βίο μου με απόλυτη επιτυχία. 

Η συνήθεια αυτή βέβαια, με έχει βάλει πολλές φορές σε περιπέτειες (ευτυχώς συνήθως καλές), καθώς η θεία μου είναι ένας άνθρωπος με αυστηρά προγραμματικά όρια και συγκεκριμένα περιμένει από εμένα οσονούπω να φέρω στο σπίτι το Πούλιτζερ, ώστε να δοξαστεί επιτέλους η οικογένειά μας όπως της αξίζει. Ως σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος η ίδια (σε αντίθεση με το Θανάση που δεν έχει βιώσει ποτέ το ζυγό της δουλείας στον ιδιωτικό τομέα – παρά τα τόσα πτυχία του), μου πρότεινε τα εξής bullets:

1. Παντρέψου.
2. Κάνε παιδιά.
3. Βρες μία δουλειά που θα σου προσφέρει το ελάχιστο ποσόν των 500 ευρώ ώστε να μπορείς να αγοράζεις μόνη σου το προσωπικό σου βρακί.
4. Γράφε. Ανάμεσα στη μελιτζάνα παπουτσάκι και το ξεσκάτισμα του παιδιού σου, γράφε. Και συνταγές να γράψεις, στο Πούλιτζερ ελπίζουμε.

Τώρα, ο σώφρων εαυτός μου, ο οποίος έχει συνείδηση τόσο της κατάστασης στην αγορά εργασίας, όσο και του πόσο δύσκολα μπορούν να εφαρμοστούν οι κανόνες κλισέ που θέλουν όλους μας να παντρευόμαστε, συγκροτημένα, σε μία κοινή τελετή που θα μοιάζει περισσότερο με παρέλαση 32, 33, 34χρόνων που δεν ξέρουν τι να κάνουν τη σκατοζωή τους, αυτός ο μικρός, ο ελάχιστος, εαυτός μου, αντιδρά. 

Και έρχεται το σημείο που μοιάζει πολύ με το σημείο κορύφωσης του τσακωμού με το Θανάση: λέω στον εαυτό μου ότι απαγορεύεται στα 31 να θεωρείς τη ζωή σου σκατοζωή, μόνο και μόνο επειδή βρίσκεσαι σε έναν «κακό γάμο» με μία δουλειά στην οποία πίστεψες και η οποία σε γάμησε αλλά και σε έθρεψε κιόλας σε όλα τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης. Ζηλεύω όλους τους φίλους μου που παραιτήθηκαν νωρίτερα. 

Τα λέω όλα αυτά, γιατί πιστεύω ότι και σε αυτόν τον τομέα δεν υπάρχουν αρκετές καταγραφές. Οι άνθρωποι φοβόμαστε τις νυχτερίδες. Φοβόμαστε τους ανθρώπους - φαντάσματα που θα μας πουν και θα μας δείξουν στην πράξη, ότι αυτό στο οποίο επιλέγουμε να υπακούμε είναι παμμέγιστη μαλακία. 

Δεν είμαι ούτε φύσει, ούτε θέσει κομμουνίστρια. Ίσα – ίσα, αν είμαι κάτι, είμαι βαθύτατα ατομιστής άνθρωπος, μου αρέσει ο καπιταλισμός και έχω σημαντική, ανορθόδοξη έως και εμμονική πώρωση με την εξέλιξη στο ανθρώπινο είδος, όπως αυτή εκδηλώθηκε και διαμορφώθηκε εντυπωσιακά σε κοινωνίες έτοιμες να υποδεχθούν πραγματικούς εργαζόμενους, εργαζόμενους που τους ένοιαζε η πληρωμένη δουλειά, όπως αυτή των ΗΠΑ. Πιστεύω στην παραγωγή, την ανάπτυξη και τα πριμ. 

Αλλά δεν τα παίρνω.

Αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα όταν προσπαθείς να εφαρμόσεις κανόνες ελεύθερης αγοράς σε μία κοινωνία νεόπλουτων βλακών, όπως συμβαίνει δυστυχώς σε εμάς στην Ελλάδα. Αυτός ο οποίος εργάζεται λίγο, έχει τόσο υψηλά την πεποίθηση ή την αντίληψη ότι παίρνει αυτό ακριβώς τού αξίζει. Και αυτός που εργάζεται πολύ, καταντάει να αισθάνεται και να συμπεριφέρεται σαν το απόλυτο βλήμα, που δεν του αξίζει τίποτα. Έτσι χάνεται τελείως το νόημα. Γιατί σε μία κοινωνία ευκαιριακών πατενταδόρων, δεν θα μπορούσες να περιμένεις κάτι καλύτερο από την απόλυτη παγίδα.

Μία κοινωνία που δεν έχει το παραμικρό υλικό υπόβαθρο να υποστηρίξει την ύλη που παράγει, είναι μία σάπια κοινωνία. Και εγώ δεν έχω μάθει να σκέφτομαι έτσι. Φυσικά και δεν θα κάνω τα bullets της θείας μου.