Κυριακή, Φεβρουαρίου 23, 2014

Πόσο εντατικά θα τον έπαιζα στον ελεύθερο χρόνο μου – εάν είχα πραγματικά ελεύθερο χρόνο.



Κυριακή βράδυ και συνειδητοποιώ για μια ακόμη φορά το μέγεθος του αδιεξόδου που βιώνει ο άνθρωπος ο έχων να πάει στο γραφείο τη Δευτέρα το πρωί. Η ματαιότητα, όχι αυτή η φινετσάτη, αλλά η καθολική, η στιβαρή ματαιότητα που κατακλύζει τον άνθρωπο τον υποχρεωμένο να υπακούει σε ωράρια, κάνει την εμφάνισή της. Αυτή τη φορά με αυστηρό έως απειλητικό τρόπο: δεν αντέχω άλλο.

Συνήθως όταν έχω υπερβολικά πολλή δουλειά αντέχω με αξιοθαύμαστο τρόπο. Εκεί που την πατάω, είναι όταν έχω μέτριο φόρτο εργασίας αλλά για κάποιο λόγο, υπάρχει απόλυτη ανάγκη να είμαι στο γραφείο στην ώρα μου επειδή τυχαίνει να λειτουργώ και ως προσωπικό ασφαλείας. Τι είναι όμως το προσωπικό ασφαλείας; προσωπικό ασφαλείας είναι ο υπάλληλος εκείνος που θα βρίσκεται στη θέση του πάση θυσία, βρέξει – χιονίσει, ώστε όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι υπάλληλοι να μπορούν να πουν τη δικαιολογία ότι έπαθαν διάρροια - κρύωμα, χάλασε το αυτοκίνητο, έσκασε ο θερμοσίφωνας και απλώς να μην έρθουν στο γραφείο.

Εγώ είμαι αυτός ο υπάλληλος λοιπόν. Η δε ματαιότητά μου, συνίσταται στη διαπίστωση ότι από τη δουλειά που κάνω δε θα βγάλω ποτέ υπερβολικά χρήματα. Με έχει κουράσει υπερβολικά αυτή η υπέροχη προοπτική. Στο βαθμό που ψάχνω στο ίντερνετ με όρους αναζήτησης «πως – θα – γίνει – να – μη – δουλεύω» και έρχομαι στην αμήχανη θέση τα τζενερέιτεντ αποτελέσματα να είναι της μορφής και της υφής «πώς – θα – γίνω – μελισσοκόμος» (ουδέν περαιτέρω σχόλιο πάνω σε αυτό).

Σε μία τέτοια αναζήτηση και έχοντας επιβιώσει της έκπληξης πόσος κόσμος σκέφτεται να γίνει μελισσοκόμος αντί απλώς να μη δουλεύει (δεν το σχολιάζω), κατέληξα να διαβάζω αποφθέγματα για την εργασία σε μία ύστατη προσπάθεια να σώσω την ψυχή μου και το «κυριακή βράδυ» γενικότερα. 

Δύο μου έκαναν την καλύτερη εντύπωση:

το πρώτο ήταν  το εξής: 

Πόσες φορές πρέπει να σ’ το πω, ότι η δουλειά δεν πρόκειται να σε κάνει πλούσιο; Πόσες φορές πρέπει να σε υπενθυμίζω πως πλούσιος γίνεσαι στον ελεύθερο από την δουλειά χρόνο; (ο αντιγραφέας ήταν από τη Θεσσαλονίκη)

Του Robert Kiyosaki

Ο Ρόμπερτ Κιοσάκι, είναι χαβανέζος μοτιβέισιοναλ ράιτερ με ιαπωνική καταγωγή. Δεν έχει παιδιά, απ’ όσο φαίνεται στο ίντερνετ τουλάχιστον, ασχολείται με τις επενδύσεις και πήρε σύνταξη ως μεσίτης ακινήτων. Έχει εντρυφήσει επενδυτικά σε ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων όπως τα ορυχεία, οι πολύτιμοι λίθοι, τα νομίσματα από χρυσό ή ασήμι, το real estate, οι πετρελαϊκές πηγές, το φυσικό αέριο, η ηλιακή ενέργεια και τέλος το χρηματιστήριο.
Δεν ξέρω τι στο διάολο βρήκα κοινό με αυτόν τον άνθρωπο ώστε να με κάνει να διαβάσω το τι κάνει στη ζωή του κυριακάτικα, πέρα από την καλή του πρόθεση ως συγγραφέα, να πληροφορήσει και όλους εμάς τους υπόλοιπους που το net worth μας δεν υπερβαίνει τα 1500 ευρώ (και αυτό θεωρείται επιτυχία), για το πώς και το πόσο δεν χρειάζεται να αισθανόμαστε ένοχοι που βαριόμαστε να πάμε στη δουλειά.

το δεύτερο ήταν το εξής: 

Είναι δουλειά ή δουλειά που σ' αφήνει να θυμάσαι; Δουλεύεις ή θυμάσαι; 

Ηρακλής Αποστολίδης

Τώρα αυτό δεν ξέρω αν είναι του Ηρακλή Αποστολίδη ή αν πρόκειται για απλή καταγραφή ανωνύμου που την έκανε ο Ηρακλής Αποστολίδης, αλλά μου θύμισε με έναν πολύ περίεργο τρόπο ότι πολλές φορές, δεν υπάρχει λύση σε ένα πρόβλημα, όσο το κοιτάς από πίσω ή πλάγια και όχι από μπροστά.
Αντέχεις τη δουλειά σου όταν αυτή δε σε πληρώνει καλά, μόνο εάν βιώνεις την καθημερινότητα σαν να ήσουν κάποιος άλλος. Αν παρατηρούσα την καθημερινότητά μου όντας κάποιος άλλος, θα έκανα αναστροφή στο απαγορεύεται και δε θα με πείραζε να φάω και κλήση. Αλλά εγώ επιλέγω να τη ζω και να προσπαθώ να τη συντηρήσω κι από πάνω. 

Κάποιος θα έλεγε ότι στην Ελλάδα του 2014, το να έχεις δουλειά, είναι από μόνο του προνόμιο και με έναν λοξό τρόπο, όντως έχουμε αναγκαστεί να σκεφτόμαστε 2 φορές τους όρους που δουλεύουμε. Και επιλέγουμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε. Αλλά το πρόβλημα παραμένει και δεν θα έπρεπε καν να εντοπίζεται στους όρους εργασίας, γιατί σε πολλές περιπτώσεις (όπως η δική μου), οι όροι μπορεί και να είναι μια χαρά. Το πρόβλημα είναι στην απόσταση που χρειάζεται να νιώσεις από αυτό που κάνεις, για να το ονομάσεις «δουλειά» και αυτό με τη σειρά του να συνεχίζει να σε πληρώνει.

 Ένα από τα πράγματα που έχω μεγάλο καημό από τα 28 και μετά, όταν δηλαδή άρχισα να δουλεύω για πρώτη φορά εντατικά σε έναν τομέα εργασίας που από μωρό έβρισκα υπερβολικά ενδιαφέρων ήταν ότι έπιανα τον εαυτό μου να μη θυμάται τι έκανε χτες. 
Ειλικρινά δε θυμάμαι τίποτα. Αν αύριο σταματήσω να δουλεύω και με ρωτήσει κάποιος «τι έκανες πέρυσι τέτοια εποχή;», δεν θα ξέρω τι να απαντήσω. Θρυλικό.

Γιατί δεν θυμάμαι τίποτα. Είναι όλη μου η ζωή τα τελευταία 4 χρόνια, μία διαρκής αρρώστια, που διακόπτεται από διαλείμματα κανονικής αρρώστιας ή ατυχήματος. Μόνο αυτό. Δεν έχω μνήμη και δεν έχω ζωή αν αύριο το πρωί πρέπει απλώς να πάω πάλι στη δουλειά και όχι στο μάθημα μπριτζ ή το τουρνουά Bingo.




3 Comments:

Blogger Mr.Folios said...

Λατρευω το μπλογκ σου!

8:36 μ.μ.  
Blogger egokounoupis said...

ευχαριστώ πολύ! μου δίνετε πραγματικά κουράγιο, να δουλεύω (ή να μη δουλεύω?). Ας κάνω ότι δουλεύω και βλέπουμε.

11:13 μ.μ.  
Anonymous Ανώνυμος said...

Μμμμμ...

8:45 π.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home