Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2013

Κάθετοι και παύλες


Όλες οι θεωρίες για το τέλος του κόσμου, έχουν μάλλον λιγοστά σημεία συνάντησης. Ένα όμως δεν μπορεί παρά να μην είναι αδιαπραγμάτευτο: όταν τα προβλήματα του κόσμου θα είναι άλυτα.

Αυτό είναι ένα αξιοπρεπές και καλό - οριακό σημείο. Όταν εκατομμύρια ειδών προβλημάτων, εκατομμυρίων ανθρώπων συναντώνται στο σημείο της μη επίλυσής τους, τότε μάλλον λογικά, έρχεται και το τέλος του κόσμου. Αν σκεφτείς πόσοι άνθρωποι καθημερινά αντιμετωπίζουν μεγάλα, υγείας, πείνας, φτώχειας προβλήματα και πόσοι ακόμη αντιμετωπίζουν μικρά, ερωτικά, status - κλειδώθηκα έξω απ’ την πόρτα προβλήματα, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η καθημερινή πρόκληση, δεν μπορεί παρά να έχει ένα και τελικό σημείο φθοράς. Την μη επίλυση του προβλήματος.

Διότι έστω ότι έχεις ένα μεγάλο πρόβλημα ή πολλά μικρά. Και έστω ότι το μέγεθος του προβλήματός σου δεν αξιολογείται μόνο από αντικειμενικά – κατηγορικά κριτήρια (υγείας σοβαρό - υγείας απλό), αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργείς ως δέκτης του προβλήματός σου, τον τρόπο δηλαδή που το αντιμετωπίζεις. Διότι, αν και πράγμα σπάνιο, μπορεί να έχεις ένα μεγάλο κατηγορικά πρόβλημα και να το αντιμετωπίζεις πολύ πιο ψύχραιμα (αν είσαι καλός δέκτης) ή να έχεις ένα μικρό κατηγορικά πρόβλημα και να το αντιμετωπίζεις πολύ λοξά (αν είσαι γκρινιάρης).

Τώρα αν αναλογιστούμε ότι πάρα πολλοί άνθρωποι που συγκατοικούμε στη γη, έχουμε πάρα πολλά μικρά – μεγάλα προβλήματα ο καθένας και ότι ο καθένας πάλι, τα αντιμετωπίζει με πάρα πολύ διαφορετικό τρόπο, τότε δεν μπορεί παρά όλη αυτή η διακλάδωση να συναντάει ένα σημείο «μη περαιτέρω». Το μη περαιτέρω σημείο δεν μπορεί παρά να είναι το σημείο αυτό, όπου πλέον πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχει λύση.

Στα τόσα προβλήματα και τον τέτοιο κατακερματισμό όσον αφορά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων και τη διαχείριση των αξιών από τους διάφορους δέκτες, ο κόσμος οφείλει να είναι κοινός. Ο κόσμος οφείλει να είναι κοινός.

Σκεφτόμουν τις προάλλες έναν παλιό φίλο φίλου, με τον οποίο συμπαθιόμασταν χλιαρά. Δηλαδή ήμασταν 15 (στην ηλικία μου, η παρέα που είχα στα 15 είναι «οι παλιόφιλοι», τι να κάνουμε / δεν είμαι ακόμη 50), εγώ τα είχα με τον φίλο του και αυτός τα πηγαινοέφερνε με μία φίλη μου. Συνεπώς: εγώ τα είχα με τον φίλο του, αλλά αυτός δεν ήταν και τόσο κολλητός φίλος (του φίλου μου), ήταν πιο πολύ αυτό που θα λέγαμε «περιστασιακός φίλος που έμενε κοντά» ή «γειτονικός φίλος». Όταν είσαι 15, συμβαίνουν αυτά. 
Κάποια στιγμή λοιπόν, μαθαίνουμε - σε πραγματικό χρόνο - στα 15 δηλαδή που συνέβαινε η φάση, ότι ο «παλιόφιλος», ο «γειτονικός φίλος» αυτός, είναι γιος επιφανούς ψυχιάτρου της Ελλάδας. Το είχαμε ακούσει, αλλά το αντιληφθήκαμε καλύτερα, όταν πήγαμε και στο σπίτι του.

Τότε το αντιληφθήκαμε ακόμα πιο ψυχρά και απότομα.

Ο φίλος δεν είχε μιλάμε, καμία επαφή με το μπαμπά του και τη μαμά του. Δεν φωνάζανε όταν μιλούσαν μεταξύ τους, ήταν σαν να συγκατοικούνε – απόντες. Θυμάμαι ένα σπίτι γκρι, κρύο, νομίζω ότι θυμάμαι και τη μαμά του· Ο φίλος ήταν και μισός Γερμανός. Είχε ελληνικό επώνυμο μεν (το επώνυμο του πατέρα  / επιφανούς ψυχιάτρου), γερμανίδα μαμά δε. Η μαμά του πρέπει να πέρασε σαν σκιά από την πόρτα του δωματίου του, είπαν κάτι στα γερμανικά μεταξύ τους και εξαφανίστηκε ή μας χαιρέτησε; δεν θυμάμαι γιατί δεν μου έκανε καμία εντύπωση ό, τι κι αν είπε. Εμείς απλώς περνάγαμε από το δωμάτιο του γειτονικού φίλου για να πάρουμε κάτι που ξεχάσαμε και να συνεχίσουμε τη βόλτα μας*.

Τις προάλλες που ήμουνα πάλι στην ίδια δουλειά, 15 – 30 -45 χρόνια μετά (όσα χρόνια την κάνουν οι γονείς μου, άλλα τόσα που καλούμαι να την κάνω & εγώ προφανώς), σκεφτόμουνα πόσο μπορεί να πολλαπλασιάζονται τα προβλήματα σε αυτή τη δουλειά και πόσο μπορείς να κάνεις ότι τα αγνοείς;

Προσπαθούσα να σκεφτώ από μέσα μου και απέξω μου ότι δεν είναι αυτή η αλήθεια. Δεν είναι αυτή η αλήθεια. Με έβλεπε ο άγνωστος κόσμος, η κοπέλα που μας φέρνει τις εκπληκτικές σαλάτες και τις τυρόπιτες στη δουλειά, ο σουβλατζής που πήγα να πάρω σουβλάκι όταν επιτέλους τελείωσα, η ώρα 24.00 από τη δουλειά γραφείου την οποία εκτελώ και μου έλεγαν όλοι «είσαι πολύ κόκκινη – κάνει τόσο κρύο έξω;».

Πώς να εξηγήσω ότι είμαι απλώς θυμωμένη και ποιος να με πιστέψει.

Και θυμήθηκα το φίλο που συμπαθιόμασταν χλιαρά.

Χωρίς παρεξήγηση εν τω μεταξύ, δεν υπήρχε τίποτα το περίεργο ή ερωτικό μεταξύ μας. Απλώς σκεφτόμουνα, τι προβλήματα μπορεί να έχει αυτός ο φίλος τώρα, αν ζει, 15 χρόνια μετά; Σίγουρα θα έχει καταλήξει να έχει το ίδιο πρόβλημα με εμένα που δε λύνεται με τίποτα. Ο κόσμος, οφείλει να είναι κοινός για να τελειώσει.