Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

πήδημα με ομπρέλα

Όταν ήμουν 9 η ντουλάπα που είχα στο δωμάτιό μου ήταν σχετικά κοντή. Πρέπει να είχε ύψος γύρω στο 1.70, γιατί τη σκαρφάλωνα πανεύκολα, αφενός για να μπορώ να εποπτεύω το δωμάτιο από ψηλά ορισμένες φορές που χρειαζόταν και αφετέρου για να πηδάω από τη ντουλάπα στο πάτωμα κρατώντας μία ανοιγμένη ομπρέλα, κάτι που θεωρούσα πολύ κουλ προφανώς.

Το πρώτο τραγούδι που άκουσα με πραγματική πώρωση, ήταν το ordinary world των duran duran, που για κάποιο λόγο θεώρησα ότι ταιριάζει απόλυτα με το πήδημα με την ομπρέλα, στο οποίο επιδιδόμουν με πάθος εκείνη την εποχή. Μετά κάποιος από τους δύο, ή οι ντουράν-ντουράν ή εγώ, αποφασίσαμε να διακόψουμε αυτή την εξάσκηση, πιθανώς γιατί έπρεπε αργά και σταθερά να εγκαταλείψουμε την ιδέα του πετάγματος ή έστω της πτώσης, με ή χωρίς ομπρέλα.
Μετά άλλαξα ντουλάπα γιατί δε χωρούσαν τα ρούχα μου και το συγκεκριμένο τραγούδι το ξέχασα εντελώς. Οι υπόλοιπες ντουλάπες με τις οποίες ήρθα σε επαφή, ήταν μία που είχα στο γυμνάσιο και ήταν εντοιχισμένη, οπότε δεν μπορούσα να ανέβω επάνω και η άλλη που είχα στο λύκειο και συνήθιζα απλώς να μπαίνω μέσα, χωρίς να ακούω τραγούδια όμως, μόνο για την ησυχία και γιατί ήταν πολύ μεγάλη, διώροφη και σκεφτόμουν μάλιστα τι ωραία που θα ήταν αν είχε και εσωτερική σκάλα για να ανεβαίνουμε και στα παλτά.
Ήμασταν τις προάλλες στο σπίτι και είχα το ραδιόφωνο. Έπαιξε το πιο καινούργιο τραγούδι των duranduran (που πρέπει να έχω να ακούσω από τότε) και το οποίο τραγούδι, όλως τυχαίως αφορά στην πτώση και είναι τόσο μα τόσο ίδιο με τα υπόλοιπα τραγούδια τους. Εμένα μου θύμισε κατευθείαν το πήδημα από τη ντουλάπα και ρώτησα τον αντρέα αν του φαίνεται ένα «καλό» τραγούδι αυτό και είπε ότι δεν ξέρει γιατί δεν το είχε ξανακούσει. Και σκέφτηκα «τι να καταλάβει ένας άνθρωπος που δεν πηδάει από ντουλάπες», όταν το συγκεκριμένο συγκρότημα είναι προορισμένο για να σου προγραμματίζει το πήδημα.
Η πουτάνα η ζωή είναι δύσκολη, ήταν δύσκολη και θα συνεχίσει να είναι. Γιατί; για ένα και μόνο λόγο: γιατί η αλήθεια είναι δύσκολη. Πολύ δύσκολη. Και δεν υπάρχει τρόπος και δεν υπάρχει μέθοδος για να αποφύγεις μια δύσκολη αλήθεια, πέρα από το να παραδεχτείς ότι είναι δύσκολη και πάλι δεν πρόκειται να την αποφύγεις. Την τρως ξανά και ξανά. Και σκέφτομαι όσους δηλώνουν κατά καιρούς ότι τα πράγματα είναι εύκολα και για να μην τους πω ανίδεους απλά ρωτάω «ωραία, γιατί αν εσείς είστε μια πλειοψηφία δεν καταφέρατε ποτέ να φτάσετε στα αυτιά του κόσμου παρά μόνο διαμέσου κηρυγμάτων, κανόνων, συμβάσεων, βίβλων ή θαυμάτων;». Ο καθένας ακούει αυτά που θέλει να ακούσει ή ο βολεμένος απλώς δεν ασχολείται με το να πει τι κάνει και στους υπόλοιπους για να τα βρούμε κι εμείς ωραία;
Ο πατέρας μου λέει ότι στα τριανταεκατό μου θα βρω κάποιον που θα με πείσει ότι τα πράγματα μπορεί να είναι «και εύκολα». Ο πατέρας μου προσπαθεί ακόμα να πείσει εμένα ότι καλά έκανε που με έκανε. Γιατί; προφανώς γιατί ακόμα τον ρωτάω «γιατί». Μέχρι στιγμής πάντως, η μόνη αδιαμφισβήτητη αλήθεια που βρίσκω είναι το ύφος του ισχυρού όταν του παραθέτω τους εκάστοτε προβληματισμούς μου. Όσο μελό είναι οι λόγοι μου, τόσο σαφής είναι και η απάντησή του - πάντα. Η δε απάντηση στο πιο πρόσφατο κρούσμα κρίσης εμπιστοσύνης απέναντι στο σύμπαν και την εξήγησή του (την αστρολογία συγκεκριμένα), ήταν για άλλη μια φορά σύντομη, περιεκτική, συμβολική και ενδεικτική της απαξίας με την οποία αντιμετωπίζει αυτούς που επιλέγω εγώ πάντα να παρουσιάζω ως «ανώτερους προβληματισμούς»:
οδηγίες χρήσης της αγωγής από τον ισχυρό:

1. την πρώτη φορά δεν καταλαβαίνεις
2. θέλει τουλάχιστον 2 φορές.
3. προσέχουμε τους στίχους, σε αυτό βοηθάει και το σχετικό μοντάζ.
4. προσέχουμε τις ανάλαφρες κινήσεις των χορευτών.
5. ο ισχυρός αισθάνεται άσχημα γιατί έχει βρει το βιντεοκλιπ σε έτερο blogspot.tetoia, αλλά δε θυμόμαστε πού για να αναφέρουμε την πηγή μας. Συγγνώμην.
6. baby you have a possibility, play it with me
Αγωγή: ?


Βιβλιογραφία:

Τετάρτη, Ιανουαρίου 02, 2008

παράρτημα τεύχους 23: προδοσία και το μηδέν ανάποδα

Ο Τζόνι Λίντον, είναι ένα παιδί γεννημένο στις 31 Ιανουαρίου του 1956. Ούτε που θα φανταζόταν προφανώς όταν ήταν 5, ότι έμελλε να αποτελέσει το απόλυτο ιδεολογικό σύμβολο για μία γκάμα ανθρώπων που στενεύονταν μέσα στα εκάστοτε σύμβολα, αλλά την ίδια στιγμή, δεν έκαναν και τίποτα για να απεξαρτηθούν από αυτά.
Η ιδιαίτερη πρόθεση που κρύβεται πίσω από την αναφορά στον υπαρκτό Τζόνι Λίντον και την ιδέα της προδοσίας, είναι διττής φύσεως
: αφενός ο Τζόνι Λίντον είναι το alter ego της μαμάς μου (?), καθότι είναι γεννημένοι την ίδια μέρα, αφετέρου δε, δεν έχει υπάρξει πιο ικανός διανοούμενος για να περιγράψει αυτό που ονομάζουμε «ιδεολογική πτώση-απλό κρέμασμα χωρίς κέρασμα».
Στην προσπάθειά του να εκφράσει ένα θυμωμένο αδιέξοδο, ο Τζόνι Λίντον τραγούδησε παράφωνα/δεν τραγούδησε καθόλου, περιόδευσε/έκατσε στ’ αυγά του, χόρεψε ρομποτικά/κάποιοι ήθελαν να του πετάξουν γυαλιά στη μούρη. Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να θέλει κάποιος να πετάξει γυαλιά στη μούρη του Τζόνι Λίντον, εγώ μόνο σε μια-δυό γκόμενες έχω θελήσει κατά καιρούς να πετάξω γυαλιά κι αυτή μου ακόμα την πρόθεση τη μετανιώνω, όταν διαπιστώνω πόσο ανώφελη θα ήταν μία τέτοιου τύπου θυμική αντίδραση
για το κοινωνικό σύνολο και για τα συμφέροντά μου γενικότερα.
Η προδοσία έχει πολλά επίπεδα
: εκτείνεται από το απλό κρέμασμα μέχρι την απάτη. Η απάτη είναι το υπέρτατο είδος της προδοσίας, καθώς η απάτη προϋποθέτει κίνητρο εκ μέρους αυτού που εξαπατά. Το κίνητρο μπορεί να είναι απλός εγωισμός και ανάγκη επιβεβαίωσης ή σκέτη αφέλεια. Αλλά και η αφέλεια κινεί το κόσμο μερικές φορές.
Όταν νιώθεις ότι προδίδεσαι, το πρώτο πράγμα που κάνεις, είναι να μείνεις πραγματικά ανέκφραστος. Περνάει όλο το παρελθόν μπροστά από τα μάτια σου και ξαφνικά δεν έχεις κανένα παρόν. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ένα προνομιακό δευτερόλεπτο, το δευτερόλεπτο που δεν έχεις παρόν, βασικά. Η προδοσία, ισοδυναμεί με μία απόλυτη δύναμη που μπορεί να σε φέρει στο έδαφος, εκμεταλλευόμενη την απόλυτη πεποίθηση που είχες ότι τώρα, δεν πρόκειται να πέσεις.
Για να κυκλώσουμε το τεύχος λοιπόν, αναφερόμαστε στην προδοσία ως την απόλυτη τιμή της υψομετρικής διαφοράς που προκύπτει από την απόσταση που έχεις διανύσει προς τα πάνω και το σημείο μηδέν που λέγεται έδαφος. Αν δεν υπήρχε το έδαφος, δε θα υπήρχε ούτε μηδέν και όσο ψηλά κι αν πετούσες, το πέταγμά σου δε θα είχε καμία αξία αν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το τίποτα-το μη πέταγμα, δηλαδή.
Η προδοσία είναι η δύναμη που σε έλκει από το όλα στο τίποτα και δυνητικά σε σπρώχνει να ξαναπηδήξεις. Ο Τζόνι Λίντον λοιπόν, όταν ένιωσε προδομένος, δεν είπε τίποτα, γιατί προφανώς, δεν είχε τίποτα να πει ο άνθρωπος. Απλώς ρώτησε. Δεν είπε τίποτα. Γιατί όταν προσγειώνεσαι στο τίποτα, δεν έχεις και τίποτα να πεις. Αν καταφέρεις να βρεις το θάρρος κι αν έχεις ακόμη διάθεση να συνεχίσεις-πράγμα δύσκολο- το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να ρωτήσεις.
Είναι πρωτογενής η πίστη στις απαντήσεις που μπορούν να σου προσφέρουν οι ίδιοι οι άνθρωποι από τους οποίους ένιωσες προδομένος και καλά κάνει και είναι. Η όποια αλήθεια δεν κρύβεται στις πράξεις και τα γεγονότα. Είναι στην απόλυτη τιμή (πάλι) της δύναμης που έχεις να εξαπατάς, να προδίδεις, να τα παρατάς, να τα ξαναπιάνεις, να τα αφήνεις εκτεθειμένα, να τα σώζεις την τελευταία στιγμή και να τους λες να σε αφήσουν ήσυχο, αλλά να μην κάθεσαι ήσυχος ποτέ εσύ.

Να σε πατάνε, να σου κάθονται στο λαιμό, να τους το λες και να μην ακούνε, να το παίζεις, να μην το παίζεις, να μην είσαι αρεστός, να μη σου είναι κανένας αρεστός κι εσένα, να θυμώνετε όλοι μαζί, αλλά να παραδέχεστε ότι δεν μπορείτε να κάνετε ο ένας χωρίς τον άλλον. Να είναι όλα σκατά, αλλά να ευχαριστιέστε και μόνο στην ιδέα ότι αφήνετε τη φύση ελεύθερη να σας κοροϊδεύει (have you ever had the feeling that you ‘ve been cheated?). ε;