Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2007

όχι το κακό παιδί

να ένα κακό παιδί

Μπήκα στο blog mou προχτές και είδα ότι δεν είχα τίτλο.
Πολύ αμήχανα αισθάνθηκα.

Τώρα που περνάω και τη δυσκολία (βασικά δε θυμάμαι καν αν την περνάω,γιατί έχει ομογενοποιηθεί τώρα), σκέφτομαι ότι δε σκέφτομαι επειδή δε βαριέμαι. Θυμάμαι πέρσι που βαριόμουν και έλεγα «άντε τώρα να κάτσω να σκεφτώ τι θα πάρω από το hondos center» και ήταν μία πάρα πολύ σημαντική στιγμή αυτή. Μετά μαγείρευα, έκανα μια λίστα και γι’ αυτό. Μετά αγόραζα ό, τι δεν υπήρχε μέσα στις λίστες και ήταν όλα πάρα πολύ ενδιαφέροντα.
Τώρα δεν κάνω λίστες γιατί είναι τα πάντα άτσαλα στο κεφάλι μου, σε φάση «μα τι ήθελα-τι ήθελα;».

Λέω τώρα, εντάξει, δεν είναι πια και τρομερό να μη βαριέσαι. Αλλά μήπως είναι; Άμα έχεις ακόμη τη αίσθηση ότι τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή σου, είχαν προκύψει από τη βαρεμάρα, μήπως αν πιεστείς να μη βαριέσαι, πάψει να είναι και ενδιαφέρον αυτό που τελικά συμβαίνει; ή μήπως είναι λίγο ανώριμο όλο αυτό; μπορεί να έχει να κάνει με την ανάμνηση της πρωταρχικής επιβεβαίωσης της σωστής βίωσης της βαρεμάρας. Εκεί που είσαι 15 και σε καταπλακώνουν κάτι ενοχικά σύνδρομα για τη βαρεμάρα και αποφασίζεις ότι θέλεις να γίνεις το κακό παιδί, να κάνεις ζημιές για να σε φοβούνται όλοι και να μη σε πειράζουν.
Όμως βρίσκουν καινούργιο τρόπο για να σε πειράζουν: σου λένε «έλα τώρα, θα σου δώσω εγώ δουλειές για να μη βαριέσαι, δε χρειάζεται να είσαι το κακό παιδί, δεν είναι πράγματα αυτά τώρα, έλα να κάτσεις φρόνιμος και να γίνεις παραγωγικό παιδί». Πρέπει όποιος σε γνωρίζει να λέει «ααα αυτός… είναι πολύ καλό παιδί», «τυχερή αυτή, βρήκε ένα καλό παιδί!», «καλέ τι καλά που είναι τα παιδιά σου», «τους έδωσε όμως ο Θεός πολύ καλά παιδιά…», κλπ.
Και μπορεί να είναι πιο εύστοχο τελικά όλο αυτό. Δεν υπάρχει πιο καταθλιπτικό θέαμα από μεσήλικες που το παίζουν κακά παιδιά. Είναι πολύ λεπτό το όριο μεταξύ της δημιουργικής αντιδραστικότητας και της απλής αποτυχίας. Συνεπώς, η προσαρμογή στο στερεότυπο του υπάκουου παιδιού μπορεί να μην είναι και τόσο κακή λύση. Το καλοκαίρι που ήμασταν στο χωριό με τον πατέρα μου και τα πολύ πιστά πεθερικά του, στο πλαίσιο μία συζήτησης θρησκειολογικού περιεχομένου, υποστήριξα την άποψη ότι ο ισλαμισμός δεν είναι τυχαία η νούμερο 2 θρησκεία στον κόσμο. Προφανώς για να είναι, λειτουργεί πολύ καλά. Βολεύει περισσότερο από το να είσαι παγανιστής. Με αυτή τη λογική, όταν σε πιέζουν να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος, μπορεί να μην έχουν κι άδικο, γιατί έχει αποδειχθεί ανά τους αιώνες ότι έτσι βολεύει καλύτερα όλους. Ακόμα κι αν πιστεύεις ότι δε σε βολεύει, υπάρχει πρόβλεψη και γι’ αυτό: να λες ότι φταίει ο Θεός που τα κάνει έτσι επειδή ξέρει πώς πρέπει να τα κάνει. Οτιδήποτε αρκεί να μην παραπονιέσαι.

Ο ισχυρός λέει ότι για όλα φταίει ο υπολογιστής αντί για το Θεό. Πιο πραγματιστική άποψη. Και τον δέρνει. Παλιά τον έδερνε. Επειδή έφταιγε, λέει. Τώρα βέβαια, έχω παρατηρήσει ότι δεν τον δέρνει άλλο. Κάθεται και τον κοιτάει όταν κάνει αυτός κάτι λάθος.

Έτσι κι εγώ αποφάσισα ότι πρέπει να σταματήσω παίζω το κακό παιδί και να μη φωνάζω άμα νομίζω με καταπιέζουνε. Όταν μου μιλάνε, θα απαντάω ευγενικά και θα τους ζητάω κι εγώ να με βοηθήσουνε να φτιάξουμε τη λίστα. Το σάββατο που γύριζα σπίτι το βράδυ, με ρώτησε κατευθείαν ο ταξιτζής «πώς πάει;». Του απάντησα «ξέρω ‘γω... είναι περίεργες οι μέρες...». «Δε βαριέσαι», μου λέει «εμείς είμαστε πιο περίεργοι απ’ τις μέρες».

Βαριέμαι.