Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2007

Δυσκολία

Τις τελευταίες μέρες περνάω δύσκολα. Δύσκολα όχι μόνο με την έννοια της κοινής δυσκολίας, αλλά και με την έννοια της «καλής καινοτόμου δυσκολίας», αυτής που σου δημιουργεί το πρωτότυπο άγχος. Τι είναι όμως το πρωτότυπο άγχος;

Δεν ξέρω τι είναι. Φαντάζομαι ότι έχει μία συγγένεια με το απλό καθημερινό άγχος, αυτό που δεν είχα ξαναβιώσει νωρίτερα, το να μη μου χωράει η μέρα, κάπως. Να μη μπορώ να τη στριμώξω, να θέλω μόνο να δω τους φίλους μου που μπορώ να βρίσω, μάλλον αυτό είναι.

Έχει αποδειχθεί λοιπόν πολύ μικρή η μέρα, εγώ δεν ξέρω τι να την κάνω έτσι όπως είναι, ταυτόχρονα με ρωτάνε 1.000.000 πράγματα στα οποία δεν ξέρω να απαντήσω (και δε θέλω να απαντήσω), ποτέ δεν είχα αισθανθεί την ανάγκη να πάω διακοπές τόσο έντονα (γιατί πάντα πήγαινα τόσες διακοπές όσες βαριόμουν), κοιμάμαι και στις 4 το πρωί και ξυπνάω υποχρεωτικά στις 9 το πρωί πάλι.

Πέρα από το απλό καθημερινό άγχος, προκύπτει δε και το βάρος μιας ευθύνης (που επίσης δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να κουβαλήσω), που δυνητικά θα με οδηγήσει σε μία κατάσταση πληρότητας που θα μεταφράζεται κυρίως σε λεφτά. Πολύ άγχος.

Προσπαθώ να σκεφτώ με τους παλιούς μου τρόπους και βρίσκομαι εγώ η ίδια να πιέζω τον εαυτό μου να απαντήσει στο ερώτημα «ε και τι σκατά μπορεί να σε πιέζει τόσο πια;». Οι συνθήκες, αυτή είναι η διπλωματική απάντηση (όχι το ίδιο το ερώτημα πάντως).

Μετά σκέφτομαι όλες τις άπειρες ώρες που έχω περάσει σε καναπέδες και λέω «σκάσε». Μετά σκέφτομαι ότι είμαι καταδικασμένη στο να υπακούω σε άλλους, και αντιεξουσιαστικά αλλά ειρωνικά, πάντα υποκύπτω στο να τους δώσω τελικά την απάντηση που περιμένουν, γιατί πάνω απ’ όλα έχω φιλότιμο και δε θέλω να κοροϊδεύω όταν δεν είναι για πραγματική πλάκα και όταν δεν είμαι τόσο ηλίθια ώστε να δουλεύω τους ανθρώπους που μου εμπιστεύτηκαν τα συμφέροντά τους. Όπως εμένα δε θα μου άρεσε να με κοροϊδεψουν. Δύσκολα όλα αυτά.

Δε γράφω τίποτα, δεν πίνω τους καφέδες μου, δεν κοιτάζω απέναντι πια. Δε βγαίνω έξω με τον ίδιο τρόπο, δε μένω μέσα με τον ίδιο τρόπο, δεν κοιμάμαι με τους ίδιους τρόπους. Δεν προλαβαίνω να δω τους φίλους μου, όταν τους βλέπω τους μιλάω για πράγματα που καταλαβαίνω ότι δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου και δε θα έπρεπε να τους ενδιαφέρουν και ευτυχώς που δεν τους ενδιαφέρουν. Μερικοί μου επιτρέπουν ευτυχώς να τους βρίσω.

Όταν θα ξαναβρώ το κουράγιο μου, όπου το ξαναβρώ, σκέφτομαι ότι το πρώτο πράγμα στο οποίο θα αναφερθώ είναι η κακία. Η κακία έχει μία και μόνο μορφή: το μη σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Όταν θα ξαναβρώ την υπομονή μου, θα πω πάλι τα ίδια: ας σεβαστούμε τη γαμημένη την ελευθερία του άλλου, λίγο λιγότερη εξουσία σημαίνει λίγο περισσότερη ελευθερία. Αλλά όταν θέλεις να συντηρήσεις το σπίτι σου, να υπερασπιστείς τον τρόπο της ζωής σου και ταυτόχρονα είσαι υποχρεωμένος να συντονίζεσαι με τα ψυχικά ελλείμματα του καθενός, αναγκάζεσαι να υποστείς και αυτό που λέγεται «βλακωδώς εκπεφρασμένη εξουσία». Και ζεις και ελπίζεις με την ιδέα ότι εσύ δε θα την εκφράσεις ποτέ έτσι. Ή κι αν αναγκαστείς να την εκφράσεις ποτέ, θα προσεύχεσαι να μη σε πάρουν ούτε τότε στα σοβαρά.