Δευτέρα, Απριλίου 23, 2007

το προφανές πάλι (μέρος α')


ας χτίσω λίγα παλάτια (στα όνειρά μου).

Έχει πολλή πλάκα το τι πιστεύουμε ότι μπορεί να ισχύει και τι ισχύει τελικά. Όσοι έχουν προβλήματα αρχειοθέτησης με το προφανές, πάντα υποπίπτουν σε τρομερούς συλλογισμούς σχετικά με την πραγματικότητα και τις εφαρμογές αυτής. Όταν είσαι εθισμένος στο παρασκήνιο, το προσκήνιο ποτέ δε σε πείθει, οπότε επιλέγεις να το προσπερνάς, θεωρώντας το μία απλουστευμένη έκφραση ενός «πιο πολύπλοκου» κινήτρου. Το δε πολύπλοκο κίνητρο εκπορεύεται από ένα «μυστικό ένστικτο», το οποίο με τη σειρά του, κάπου στη γωνία, συναντάει το Θεό-ας πούμε. Και σε ρωτάει η φίλη σου "εε, δηλαδή τι πιστεύεις εσύ τώρα; τι; τι; τι; τι εννοεί τώρα;" και τέτοια και εσύ την κοιτάς σα βλάκας.

Όταν έχεις πρόβλημα με το προφανές (και γενικότερα), συμβαίνει κάτι και αρχικά το εκθέτεις:

-δε με έχει πάρει τηλέφωνο εδώ και 1 εβδομάδα-

προφανές: βαριόταν ή είναι στο νοσοκομείο/στη φυλακή.

μη προφανές, ορατό στη συνείδηση και τον ανώτερο εαυτό σου (μόνο): είναι τσαντισμένος, γιατί νόμισε ότι – θα νομίσεις ότι - θα νομίσει ότι.

μμμ,ναι.

Όσες φορές έχω προσπαθήσει να σκεφτώ τόσο πολύ ώστε να ελπίσω ότι συνάντησα κάπου την αλήθεια, έχω καταλήξει μόνο στο ότι: «είναι κάπου στη μέση», η αλήθεια. Η αλήθεια είναι κάπου ενδιάμεσα στ’ αρχίδια του (χέστηκε) και τη φυλακή (την πραγματική ή αυτή του να σε θέλει).

Είναι κρίμα να μην υπάρχει ασφαλές συμπέρασμα για τόσα κορίτσια του κόσμου που παιδεύονται καθημερινά, αλλά δυστυχώς, μάλλον δεν υπάρχει.

Ακόμα κι αν έχεις καταφέρει να υπάρξεις τόσο δυνατός ώστε να παραδεχτείς και «το προφανές (=χέστηκε)», το ίδιο το προφανές είναι ικανό να σε προδώσει.

Η πραγματικότητα δεν είναι τόσο κοινή, ούτε και τόσο σύνθετη. Γιατί οι ίδιοι άνθρωποι, δεν μπορεί να είναι τόσο κοινοί, ούτε και τόσο σύνθετοι. Άρα και οι πράξεις τους πρέπει να υπακούν σε κανόνες παραδεδομένους, μεταξύ του όλα και του τίποτα.

Απλώς μάλλον είναι πολύ μεγάλο όλο αυτό το «μεταξύ».

Πόσο πιο εύκολα θα ήταν τα πράγματα αν είχαμε να κάνουμε μόνο με τους φίλους μας τα ζώα. Τουλάχιστον δε θα είχαν καμία επίδραση πάνω τους, οι δικές μας υποκινούμενες πράξεις, οι ευθύνες μας πάνω στην όποια εξέλιξη θα ελαχιστοποιούνταν, γιατί δε θα μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν τα ζώα τα κίνητρά μας κι έτσι θα ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι, θα έμεναν μόνο οι στιγμές που τα ταϊζουμε ή που τα αφήνουμε νηστικά. Δε θα φοβόμασταν καθόλου για τα όποια αποτελέσματα των επιλογών μας. Και προπαντός, δε θα σκεφτόμασταν ότι κάτι μπορεί να έχουμε κάνει και λάθος.

Υπάρχει βέβαια κι αυτή η τσίχλα η «όλα στο κεφάλι σου είναι βρε». Ότι τελικά, μόνο 2 στιγμές υπάρχουν, 1 της πείνας +1 της βαρυστομαχιάς. Αν όμως το κεφάλι μας είναι ικανό για τέτοια παλάτια κινήτρων, ενστίκτων και συλλογισμών, τότε τη βάζει κάτω ολόκληρη την πραγματικότητα, πόσο μάλλον την πείνα και τη δυσπεψία. Εκτός αν στην τελική, δεν έχεις τόπο γενικώς, δεν έχεις ελπίδα/δε θα σε χάσει καμιά πατρίδα, καλύτερα να πίνεις σόδα και να πιστεύεις μόνο σε ό,τι θέλει κέρματα για να δουλέψει.