Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

Η απειλή της ρουτίνας


Όλες οι σχέσεις είναι ευεργετικές, μέχρι να πατήσουν το σκαλοπάτι της ρουτίνας. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι ένα απλό σκαλοπάτι αυτό, είναι το κεφαλόσκαλο. Μετά επέρχεται το «κάτι που μοιάζει με γάμο».

Στο πλαίσιο της κοριτσοανάλυσης, η «απειλή» της ρουτίνας, γίνεται ορατή, όταν είσαι με κάποιον, ο οποίος σε αποδέχεται πλήρως, αλλά αρχίζει να κωλώνει, ακριβώς τη στιγμή που μία απειροελάχιστη γκριμάτσα σου, του θύμισε την πρώην κοπέλα του.

Το όριο μεταξύ της «φλου και ελευθεριάζουσας σχέσης» και της «σκέτης σχέσης», δεν είναι εύκολα διακριτό. Το πότε η οποιαδήποτε σχέση παύει να είναι αποτέλεσμα της καθαρής επιθυμίας του ενός να συνευρίσκεται με τον άλλο και αρχίζει να διαλύεται σε ντεπόν, είναι θέμα συγχρονισμού, πιθανοτήτων και κακής τύχης.

Μπορεί να είσαι με κάποιον που νομίζεις ότι για πάντα θα διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον σου και εντελώς ξαφνικά, να νιώσεις ότι τον ξέρεις από πάντα. Τόσο τον ξέρεις, που δεν προτίθεσαι καθόλου να τον μάθεις παραπάνω. Γιατί κάτι άρχισε να σου θυμίζει. Οπότε και αποκτάς την επιθυμία να διαλύσεις τη σχέση, προκειμένου να μη δεις για μία ακόμη φορά τα ίδια και τα ίδια.

Είναι πολύ περίεργο το πως λειτουργεί στο πλαίσιο μιας παροντικής κατάστασης, η σκέτη ανάμνηση ενός παρελθόντος που είναι τυπικά νεκρό. Είναι περίεργο το πως το παρελθόν, δεν είναι ποτέ εντελώς πεθαμένο (τουλάχιστον όχι τόσο ώστε να μη σε αναγκάζει να το αποφύγεις όταν έχεις την υποψία ότι το ξανασυναντάς). Έχει να κάνει με την ανάγκη του ανθρώπου να βιώνει συνεχώς το καινούργιο στην όποια του μορφή, ή έχει να κάνει με το όποιο τραύμα;

Ό, τι μπορεί να θεωρείς ότι έχεις ξεπεράσει τελείως, δε θέλεις με κανέναν τρόπο να επαναληφθεί. Γιατί έχεις παραδώσει το γραπτό σου, γιατί δε θέλεις να εξεταστείς πάνω στα ίδια, θέλεις να σε πιάσουν αδιάβαστο.

Το εντυπωσιακό σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ανάδυσης των μεγάλων παρελθόντων (που κάθε άλλο παρά μεγάλα είναι, απλώς τα ορίζουμε έτσι για να αποκτήσουμε λίγο κύρος), είναι ότι πολλές φορές, τυχαίνει να προκύπτουν ως εμπόδια σε καταστάσεις που τις θεωρούμε κατά τα άλλα πολύ αξιόλογες. Ίσως και να είναι ένας τρόπος να αποφύγουμε την εμβάθυνση και να παραμείνουμε σε αυτή τη χαλαρή κατάσταση που μας συγκρατεί στην επιφάνεια, κανείς δε θέλει να βουλιάξει. Όσο κι αν του άρεσε, δεν ανέπνευσε ποτέ σωστά όταν ήταν στον πάτο.

Πρακτικά: το αγόρι τρομάζει όταν η άλλη αρχίζει να κάνει τα περίφημα «μούτρα», αυτά αποτελούν τη βασική ένδειξη ότι η τωρινή και η πρώην, είναι και οι 2 <κορίτσια>. Τότε αρχίζει να νιώθει ότι πραγματικά απέκτησε εξουσία όσον αφορά στη γενικότερη ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση (πάλι λάθος τάιμινγκ, θα το εξηγήσουμε μετά), οπότε και βιάζεται να αποποιηθεί την όποια ευθύνη, προκειμένου να μη βρεθεί υποχρεωμένο να δίνει εξηγήσεις για το τι ώρα έφαγε χτες.

Το κορίτσι δεν τρομάζει ποτέ, εκτός αν έμεινε νηστικός, έτσι είναι οι κανόνες της φύσης.

Το λάθος τάιμινγκ, ανάγεται για άλλη μια φορά στις θεμελιώδεις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του γυναικείου και αντρικού μυαλού: τα «μούτρα» δε θα έπρεπε ποτέ να θεωρούνται ως απόδειξη της επιβολής του άλλου πάνω στο είναι σου. Είναι απλώς ένα εργαλείο εκτάκτου ανάγκης, πολύ παρεξηγήσιμο, αλλά καθόλου αληθινό. Δεν είναι δείκτης, ούτε της υπεροχής του ενός απέναντι στον άλλο, ούτε κίνηση στο όποιο βλακώδες παιχνίδι εξουσίας, ούτε και σημάδι της έκπτωσης της σχέσης σ’ ένα επίπεδο ρουτίνας. Η πραγματική εξουσία του αρσενικού υπάρχει και θα κρίνεται πάντα πάνω σε κρεβάτι. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλά τρικ. Ή τικ, για κάποιες που τα συνήθισαν, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς. Μάλλον δεν έβλεπαν κάτι άλλο να γίνεται, την ώρα που ήταν προφανές ότι συμβαίνει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12, 2007

Όσο μπορώ ας διαλύσω τον εαυτό μου.

Τι λόγος υπάρχει άραγε για την «αυτοκαταστροφή» και πώς να τον σουλουπώσουμε τώρα έτσι ώστε να μπορεί να βγάλει ένα ελάχιστο νόημα; κατ’ αρχάς, όλοι αυτοκαταστρέφονται εν αγνοία τους. Αυτό είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Τι να μου πει εμένα το πόσο πίνει ή το πόσο καπνίζει κάποιος, όταν γύρω μου υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν καταχραστεί τίποτα συνειδητά (ούτε λεφτά, ούτε ουσίες) και που παθαίνουν χειρότερες αρρώστιες από αυτούς που καταχρώνται τα πάντα, συμπεριλαμβάνομένης και της υπομονής των οικείων τους, που οφείλουν να τους περιθάλπουν.

Άρα η αυτοκαταστροφή δε μεταφράζεται απαραίτητα σε κατάχρηση, αλλά αποτελεί μία αυτόνομη τάση, την οποία είμαστε σε θέση να ανιχνεύουμε μέσω του αποτελέσματός της κυρίως (αρρώστιες) και όχι μέσω του τρόπου με τον οποίο εκδηλώνεται (ποτά, γυναίκες, ναρκωτικά).

Ποιος είναι ο άνθρωπος που αποφασίζει να καταστραφεί; Και γνωρίζει άραγε ότι το αποφάσισε; είναι αυτός που άδικα του πήραν τη θέση στην ουρά; είναι ο απελπισμένος ο κοντός; είναι ο εγκαταλελειμμένος από την οικογένειά του ή αυτός που θέλει να την εγκαταλείψει, αλλά δεν μπορεί; ή είναι σκέτα αυτός που «δεν καταλαβαίνει ρε παιδί μου»! το πιο σκοτεινό σημείο του θέματος «αυτοκαταστροφή», είναι το σημείο εκείνο στο οποίο ο όρος αρχίζει να συνδέεται με τη «διασκέδαση», την ξεγνοιασιά. Και εδώ είναι το πρόβλημα. Να γιατί η φύση της αυτοκαταστροφής είναι τόσο ύπουλη: γιατί όλο και κάπου συνδυάζεται με την ευχαρίστηση, το «μα καλά περνάω».

Υπό αυτούς τους όρους, ο «αυτοκαταστροφικός ο κοινός» (όχι ο εξειδικευμένος, εκείνος είναι άλλο είδος, συνδέεται με την πρέζα και άλλα σοβαρά φάρμακα, οπότε υπάγεται αυτομάτως στην κατηγορία του «κοινού αρρώστου», η οποία με τη σειρά της συναντάει την κατηγορία του «αυτοκαταστροφικού του για πάντα ασταθή», που δε μας απασχολεί εν προκειμένω), μπορεί να είναι απλώς ο άνθρωπος εκείνος που φιλοδοξεί να εξετάσει τα όρια της διασκέδασης, όταν αυτή τυχαίνει να συνδυάζεται με έναν χ «μακρινό κίνδυνο». Βέβαια, όλοι αυτοί οι κοινοί εκπρόσωποι της ελαφράς αυτοκαταστροφής, ουδεμία συναίσθηση έχουν του πραγματικού κινδύνου, απλώς λένε: «όσο μπορώ, ας διαλύσω τον εαυτό μου - ακόμη». Κανείς δεν μπορεί να πειστεί στα 21-23-25, ότι το πολύ αλκοόλ ή το πολύ τσιγάρο ή γενικώς το «πολύ» στην όποια του μορφή, θα τον βλάψει στα 42-44-46. Όποτε κερδίζει έδαφος το επιχείρημα της «ευχαρίστησης μετά αμφιβόλου κινδύνου» και το πρόσωπο επιδίδεται ασύστολα σε αλλεπάλληλες καταναλώσεις αμφιβόλων πραγμάτων, αλλά ευτυχώς τις περισσότερες φορές, το κάνει μετά μουσικής (αμφίβολης), οπότε έχει τη δικαιολογία ότι «δεν άκουγε το “μη!”».

Όλα αυτά, γιατί τελικά μπορεί να μην είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένη η όλη καταστροφή με τις κακές συνήθειες και ο κίνδυνος να μην είναι τόσο υπαρκτός. Μπορεί να μην υπάρχει και η ίδια η κατάχρηση ως «κακό πράγμα». Μπορεί η κατάχρηση των κακών πραγμάτων να είναι ασφαλέστερη της συντηρητικής χρήσης καλών πραγμάτων που σε αφήνουν με ένα κενό. Ή δύο. Υπάρχει γενικότερη κατάχρηση του εγκεφάλου εις βάρος του σώματος, περισσότερη σκέψη ίσον λιγότερο σεξ και έκπτωση της ψυχής, όταν αυτή επιλέγει την τηλεόραση αντί του απείρου.
Βρε το άπειρο. Δεν υπάρχουν αυτοκαταστροφικοί άνθρωποι. Ο καθένας κάνει αυτό που νομίζει και «ο καθένας στα 40 του, έχει τη μούρη που του αξίζει»*. Και στα 25 μη σου πω, την έχει (ακόμη).

* 1. ωραία φράση που μου την είπε ο ισχυρός, που του την έχει πει ο αντρέας, που του την έχει πει ο πατέρας του και που μου φάνηκε πολύ σωστή.
2. ωραίο-
girl power τραγουδάκι που μου είχε κολλήσει-άσχετο
3. τελικά όλοι αυτοί οι συλλογισμοί δεν έβγαλαν & πάλι νόημα, αλλά δεν πειράζει, είναι αρκετά καταστροφικοί για απόκριες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

μόνο 2: η ελευθερία του άλλου και άλλες μπαρούφες


Ας εξετάσουμε τώρα τη μεγάλη μαλακία που λέγεται «σεβασμός στην ελευθερία του άλλου & αποδοχή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης». Όποτε πιέζομαι να καταπιαστώ με το θέμα της ελευθερίας ένας κόμπος ανεβαίνει από την κοιλιά στο λαιμό μου και σαν να μην έφτανε αυτό, μετά κατεβαίνει και αντίστροφα τη διαδρομή.

Σκέφτομαι πολλές φορές, πώς σκατά είναι δυνατόν να συνυπάρξουν αρμονικά δύο άνθρωποι. Όχι δύο «όποιοι να ‘ναι» άνθρωποι. Δύο που συνδέονται και ερωτικά. Δε γίνεται. Πάλι δε γίνεται. Ούτε αυτό γίνεται (εεεεε! δε γίνεται το ένα, δε γίνεται το άλλο, τι γίνεται τελικά;). Ούτε να τα κάνεις όλα μόνος σου γίνεται. Άρα τι θα γίνει;

Δεν έχω νιώσει ποτέ την ανάγκη να πω σε κάποιον που με ενδιαφέρει ότι μου καταπατά την ελευθερία μου. Καλά κάνει και μου την καταπατά, δεν την ξέρω την κυρία, αν ενδιαφέρομαι γι’ αυτόν. Δόξα τω Θεώ, δεν έχει νιώσει ποτέ την ανάγκη να μου το πει και κανείς για τον οποίο ενδιαφέρομαι (άντε, λίγο), γιατί τείνω να μην ενοχλώ κανέναν. Η διαστροφή μου έγκειται στο γεγονός ότι τρέμω τόσο στην ιδέα μην και του την καταπατήσω, που στο τέλος δεν κάνω τίποτα και ο άλλος μπορεί να νομίσει ότι τον έχω χεσμένο. Έχω νιώσει πολλές φορές την ανάγκη, να πω σε άτομα που δε με ενδιαφέρουν ποσώς, ότι με ενοχλούν απίστευτα. Και έχω προσπαθήσει να το πω, ευγενικά πάντα. Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι δεν αποδέχομαι την ελευθερία τους να καταπατήσουν τη δική μου ελευθερία;

Θέλω προπαντός, να βρίσκομαι πάντα υπεράνω της υποψίας ότι «επιθυμώ μόνο τον τάδε». Είναι πολύ δύσκολο να παραδεχτείς ότι θέλεις κάποιον «μόνο δικό σου». Πολύ υποτιμητικό και πολύ τιμητικό ταυτόχρονα (ουάου). Θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν και το κάνουν. Και το τηρούν κιόλας (κατά βάθος δεν ξέρω, μάλλον πιστεύω ότι τους λείπει κάποιο ένζυμο).

Το θέμα είναι ότι, ό, τι πρόβλεψη κι αν έχουμε κάνει, έρχεται μία ώρα που καταλήγουμε να μην είμαστε σκορπισμένοι, να μην ενοχλούμαστε και πολύ, να είμαστε όλοι εκεί, αλλά είμαστε <μόνο 2>! Όταν συνειδητοποιήσω ότι είμαστε «μόνο οι δύο», φοβάμαι. Γιατί οι «μόνο 2», έχουν να μοιραστούν μόνο «2» ρόλους: τον «πάνω» και τον «κάτω». Καλύτερα να είμαστε πολλοί, το «μόνο 2» είναι πρόβλημα.

Όμως οι άνθρωποι έχουν ώρες, μπορεί και μέρες, μπορεί και μήνες που σκέφτονται μόνο έναν (1) όμως. Πού σταματάει ο σεβασμός στην ελευθερία του άλλου και πού αρχίζει η διαστροφή; είναι οργανικό; πότε παραδέχεσαι ότι θέλεις «μόνο αυτόν και κανέναν άλλον;» και προπαντός, πώς του το λες; πώς τον καταπατάς; και πώς αντέχεις να μην τον καταπατήσεις, όταν ξέρεις ότι μπορεί και να θέλει να καταπατηθεί;

Πάτα με και γλίστρησα με «την ελευθερία του άλλου».