Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2006

εντύπωση!


Τον τελευταίο καιρό, πολλά πράγματα μου κάνουν μεγάλη εντύπωση: κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα μου κάνουν μεγάλη εντύπωση. Μεγαλύτερη μου κάνει το Πάσχα, αλλά αυτό δεν το λέω ποτέ. Μέχρι πέρσι, όποτε πλησίαζαν οι γιορτές, σκεφτόμουν ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν πάλι τα ίδια και τα ίδια και μάλιστα την ίδια εποχή. Να μην αλλάζει καν η χρονική τοποθέτηση των γιορτών, πόσο μάλλον το τελετουργικό τους μέρος, το οποίο περιλαμβάνει αρκετές εφαρμογές του πρασίνου, με πολύ χρυσό.


Το χρυσό τα χρυσ-τούγεννα, χρησιμοποιείται κατά κόρον για να δώσει μία εσάνς πολυτέλειας στις πράξεις μας. Τότε είναι που γινόμαστε πιο πλούσιοι, πιο κοινωνικοί, πιο πολυάσχολοι, πιο οικογενειακοί, πιο απαλοί και πιο λαμπεροί. Επίσης τα χριστούγεννα, υπάρχει και το έθιμο να εκτοξεύουμε ευχές. Ευχές για να γίνουμε πιο πλούσιοι, πιο κοινωνικοί, πιο πολυάσχολοι, πιο οικογενειακοί, πιο απαλοί και πιο λαμπεροί. Η σημειολογία του χρυσού, δε σταματάει εδώ. Το χρώμα αυτό, είναι το πιο εκλεπτυσμένα κιτς χρώμα, σε αντίθεση με το φούξια και το λαχανί, που φοριούνται πιο πολύ την άνοιξη, καθώς λειτουργούν αποτρεπτικά ως προς τη λεγόμενη «εαρινή κατάθλιψη», η οποία μας έχει στοιχίσει πολλά νιάτα παγκοσμίως.


Σε αυτό το κλίμα και για να επιτείνω την ατμόσφαιρα που θέλει τις ευχές να πραγματοποιούνται, αποφάσισα να στολίσω το σπίτι μου. Επειδή είναι σχετικά μικρό και δεν μπορώ να βάλω έλατο εντός, κατέληξα στα φωτάκια, αφού είχα πρώτα αποκλείσει τη λύση να πετάξω παντού χρυσές καδένες, οι οποίες θα ενίσχυαν ταυτόχρονα την ενέργεια των ευχών αλλά και του κιτς. Σε αυτή την εφαρμογή του χρυσού, είχε αντιδράσει έντονα και η μαμά, που της είπα να προμηθευτεί μια αρμαθιά από τη γέφυρα του Πουλόπουλου και αρνήθηκε κατηγορηματικά, παρά την εκτίμηση που τρέφει για τη γέφυρα και το φάντασμα του πουλόπουλου, μαζί.


Έτσι λοιπόν, είναι όλα έτοιμα. Μένει μόνο να πηδήξω ουσιαστικά πια στο groove των εορτών, να υποστηρίξω τις ευχές των οικείων μου και να βρω τις δικές μου: α. ο ξαδερφός μου, που είναι περήφανος πατέρας, θέλει να βρει χορηγό για να κάνει ένα δεύτερο παιδί. Σε συζήτηση που είχαμε προ ημερών, σκεφτήκαμε σοβαρά να κάνουμε μία πρόταση στην adidas, αλλά μετά μας ήρθε η εικόνα του παιδιού να πηγαίνει στο νήπιο υποχρεωμένο να φοράει μόνο αντίντας (μπουφάν, φόρμα, παπούτσια, καπέλο, τσάντα αθλητική) και μας έπιασε ζαλάδα από τις παράλληλες γραμμές. Άσε που ως οικογένεια, στηρίζουμε παραδοσιακά τα asics που ήρθαν και στη μόδα β. o αδερφός μου θέλει να πάρει, ει δυνατόν, ένα επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης και ένα όχημα από κάθε κατηγορία γ. η μαμά θέλει να της εμφανιστεί το φάντασμα του Πουλόπουλου και να της δώσει μια ανοιχτή δωροεπιταγή για τους γύφτους που πουλάνε παλιατζούρες κι εγώ θέλω...

εγώ θέλω να φύγω για κάπου και να μη φτάσω ποτέ. Όπως προχθές, που φύγαμε το πρωί με το φίλο μου απλώς για να ξεμπουκώσουμε το αυτοκίνητο και νομίζαμε ότι δε θα φτάσουμε ποτέ. Μόνο γιατί δεν είχαμε πει πού πάμε. Τελικά στην Πάτρα πήγαμε, αλλά πρώτη φορά, η Πάτρα ήταν τόσο μακριά!

Όπου κι αν πάτε, μην πείτε πού πάτε!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 05, 2006

η ζωϊτσα κι εγώ

Ήταν ένα ήσυχο δειλινό. Εγώ με τον ισχυρό καθόμασταν στο χαλί του σπιτιού μου, ανίκανες να εστιάσουμε την προσοχή μας σε οτιδήποτε άλλο, εξαιρουμένης μιάς μύγας που περνοδιάβαινε στον αέρα, αδιαφορώντας για την όποια παρουσία μας στο χώρο. Το ραδιόφωνο έπαιζε εξίσου αδιάφορα νωχελικά τραγουδάκια. Ξαφνικά, βάζει ένα από αυτά τα γαμάτα, που δε σου φαίνονται τόσο γαμάτα ώστε να θέλεις να τα αποκτήσεις, αλλά όποτε τα ακούς στο ραδιόφωνο, ακριβώς επειδή δεν τα έχεις, σου φαίνονται γαμάτα. Το συγκεκριμένο είναι από το σάουντρακ της Φρίντα και είναι κάπως ισπανικό, αλλά όχι ακριβώς, είναι και δραματικό, αλλά όχι ακριβώς, είναι όλο αυτό το «όχι ακριβώς», που το αφήνει τελικά απερίγραπτο και μάλλον τέλειο για τη στιγμή.


Με το που μπαίνει, της λέω «σουτ! σουτ!», το δυναμώνω και χαιρόμουν μόνη μου εγώ, μισοτραγουδούσα την τελευταία λέξη από κάθε στίχο, ό, τι μπορούσα να καταλάβω δηλαδή, κουνούσα και τα χέρια μου πάνω-κάτω, νόμιζα ότι το ερμηνεύω. Γυρνάει και μου λέει: «αμάν ρε μαλάκα. Ό, τι τραγούδι και ν’ ακούσεις, κάνεις λες και ακούς Βοσκόπουλο, <δικό σας!> και έτσι». Πράγματι.


Το περιστατικό αυτό με έβαλε σε περαιτέρω σκέψεις. Σκέφτηκα το Βοσκόπουλο που ερωτεύτηκε πολύ τη Ζωϊτσα τη Λάσκαρη και τραγούδησε γι’ αυτήν το περίφημο
«Ξανθιά Αγαπημένη Παναγιά». Τη συμπαθώ πολύ τη Ζωϊτσα τη Λάσκαρη. Δεν έχει τίποτα το δήθεν επάνω της, έτσι πιστεύω εγώ τουλάχιστον. Ήταν και σεξοβόμβα, αλλά δεν την πολυένοιαζε. Βέβαια έβγαλε χρήμα από την ομορφιά της η γυναίκα, αλλά ακόμα και το χρήμα, δε φαίνεται να το αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό. Ούτε και την ομορφιά της προβάλλει λοξά. Είναι σκέτη σταρ.


Την επόμενη μέρα, έτυχε να της έχει αφιέρωμα η Αννούλα η Δρούζα. Έκατσα και το είδα, αααα, ήταν απολαυστικό. Ήταν εκεί και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο άντρας της Ζωίτσας, που επίσης μου βγάζει μία ευγενική αδεξιότητα, κοινώς μου είναι συμπαθής και τους θεωρώ πολύ ωραίο ζευγάρι. Είμαι ευτυχής που η Ζωίτσα, μετά τόσα βάσανα, πήρε αυτόν, ο οποίος την παίδεψε λίγο, αλλά δεν πειράζει, διότι έκλεισαν αισίως 30 χρόνια γάμου και δηλώνουν ότι ακόμη πιστεύουν πως έχουν κάνει το σωστό. Αποφάσισα ότι θα το
υς κάνω «το πρότυπό μου». Η Ζωίτσα είπε ότι είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις μια σχέση, αυτός είπε ότι την ευχαριστεί για την υπομονή της, η Αννούλα η Δρούζα τους καμάρωνε κι εγώ επιτέλους έκλεισα την τηλεόραση κι έβαλα να ακούσω λίγο Βοσκόπουλο.


*πέταξα και αυτή τη φωτογραφία, που είναι άσχετη μεν, αλλά μου αρέσει πάρα πολύ, έτσι.