Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2006

α' ρόλος-β' ρόλος.

Θέλω να αρχίσω από μία σεμνή παρατήρηση που αφορά στον εαυτό μου και πιθανότατα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο και εν συνεχεία θα προχωρήσω σε μία σχετική ανάλυση πάνω στο ζήτημα των ανθρωπίνων σχέσεων και τις σχάσεις που συνεπάγονται αυτές. Το σάββατοκύριακο είχα τα γενέθλιά μου. Μέχρι σήμερα είχα τη συνήθεια να καταναλώνω επαρκείς ποσότητες ενός συγκεκριμένου είδους ποτού. Αλλά πολύ επαρκείς και ενός πολύ συγκεκριμένου ποτού. Εντελώς ξαφνικά, μόλις έκλεισα το νέο αριθμό, που είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο, έτσι συμβαίνει, άρχισα να θέλω να πίνω άλλο ποτό και όχι αυτό που έπινα. Μήπως έχει να κάνει με την ηλικία; είναι ένα είδος τομής; γιατί δεν έχω διάθεση να πιω αυτό που έπινα πάντα και πίνω το άλλο; το σοβαρό; αν συνεχίσω έτσι, σε δύο χρόνια θα πίνω μπράντυ.

Σκέφτηκα ότι μία πάρα πολύ σοφή και έμπειρη από τις φίλες μου, είχε κάποτε ξεστομίσει την εξής σοβαρή κουβέντα: «ξεπερνάς απόλυτα την αμέσως προηγούμενη σχέση σου όταν χωρίζεις με την αμέσως επόμενη από την προηγούμενη». Τώρα, δεν ξέρω αν μπορεί να το κατανοήσει κανείς αυτό, αλλά θα προσπαθήσω να το κάνω «κάπως σαφές». Είναι δύσκολο, διότι με αυτή τη φίλη, πάντα, στο τέλος της συζήτησης έχουμε αυτή την τρομερή ικανοποίηση ότι έχουμε καταλήξει στο υπερ-συμπέρασμα, αλλά την επόμενη μέρα, όταν πάμε να το εφαρμόσουμε (το υπερσυμπέρασμα), δε θυμόμαστε τίποτα και κάνουμε ξανά τα ίδια.

Τελοσπάντων, το παραπάνω υπερ-συμπέρασμα, το θεωρώ πολύ σημαντικό. Πράγματι, όταν χωρίζεις με κάποιον (με τον οποίο έχεις μοιραστεί ένα αίσθημα απαραίτητα), έχεις αρχικά να αντιμετωπίσεις:

- πέντε στιγμές που τον θυμάσαι να σκύβει και να προσπαθεί να πιάσει κάτι που δε φτάνει (γιατί μόνο τότε είχες τη δυνατότητα να τον παρατηρήσεις πραγματικά)

- αρκετές ώρες που δεν έχεις τι να κάνεις και τις οποίες προηγουμένως του τις είχες χρεώσει για να σε απασχολεί

- καμιά φωτογραφία

- άντε και καμιά μαλακία που θα έχει ξεχάσει στο σπίτι σου.

Μετά, αρχίζεις να συνειδητοποιείς, ότι δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και κάτι μεγαλύτερο: ο Προηγούμενος. Το τέλος του επόμενου, προκειμένου να χωρέσει κάπου, πρέπει να εκτοπίσει το αμέσως προηγούμενο τέλος. Τον προηγούμενο. Τότε μόνο και τα δύο αισθήματα αποκτούν το μάξιμουμ της δυναμικής τους. Όταν τελειώνει και ο επόμενος, αποκτά το υπέρτατο νόημα ο προηγούμενος.


Υπό αυτούς τους λαβυρινθικούς όρους, σκέφτηκα ότι η πιο σκληρή κουβέντα που έχω πει στο πρώην αγόρι μου (που το αγαπάω ακόμη), ήταν «λυπάμαι, αλλά δεν κάνεις για τον α’ ρόλο στη ζωή μου». Και λυπάμαι πιο πολύ, γιατί νομίζω ότι είναι και η μόνη που θυμάται ακόμη, παρά το γεγονός ότι του γκρίνιαζα για 1.000.000 πράγματα, χρησιμοποιώντας άλλες πολλές δημιουργικές εκφράσεις. Αυτή πρέπει να είναι η μόνη που θυμάται. Σκέφτηκα λοιπόν, ότι όλα αυτά είναι ψιλομαλακίες, διότι όταν είδα τα πράγματα και κάπως αλλιώς - αλλά ποτέ ολόκληρα- κατάλαβα ότι υπάρχει πιθανότητα να είμαι εγώ φτιαγμένη για το β’ ρόλο στη δική του ζωή. Να παίρνω όσκαρ στο β’, αλλά στο β’. Όχι γιατί μου λείπει κάτι, απλώς γιατί αυτό ήθελα. Το κατάλαβα καλύτερα όταν και στην επόμενη σχέση μου, πήρα το β’ ρόλο. Όχι ότι με αδικήσανε, απλώς είχε λιγότερες ατάκες και μου φαινόταν πιο βολικός, πάλι.

Όλες αυτές οι δαιδαλώδεις αναλύσεις, ποιός είναι πάνω, ποιός είναι κάτω, ποιός έρχεται πρώτος, ποιός δεύτερος, ποιός θέλει περισσότερο, ποιός θέλει λιγότερο, είναι πάρα πολύ μικρές. Και αυτό είναι άλλο ένα υπερσυμπέρασμα, από τα εύκολα όμως. Ανέκαθεν όλοι οι σύμβουλοι αστρολογίας, μεταμφιεσμένοι σε φιλοσόφους, διακήρυτταν τη δύναμη του «εγώ». Ο μεγαλύτερος δε απ’ όλους –κατά τη γνώμη μου- μίλησε για τη βούληση, ως κινητήριο δύναμη ολόκληρου του σύμπαντος, έτσι όπως το ξέρουμε τουλάχιστον. Κι αν είχαμε μείνει σ’ εκείνο το σημείο, θα ήταν όλα πιο εύκολα. Ήρθε όμως μετά ένας άλλος συμπαθής ημίτρελος και ξεστόμισε ένα ακόμα μεγαλύτερο υπερσυμπέρασμα: «ισχύει το προφανές», είπε. Αυτό κανείς δεν κατάφερε ποτέ να το χωνέψει τελείως κι έτσι η πλέον ενδεικνυόμενη λύση θεωρήθηκε (από τους διανοούμενους) το να πούμε ότι «τώρα παιδιά, θ' αλλάξουμε εποχή». Πηδήξαμε στο μετα-κάτι γιατί προφανώς μας φάνηκε τρελή μαλακία το να μην υπάρχει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ αυτό που ακούμε και βλέπουμε, άντε κι απ’ αυτό που βρωμάει. Έλα όμως που μόνο αυτό υπάρχει τελικά.

Ο β’ ρόλος, ο δικός μου, ο δικός του, αλλά ο β’. Ο επόμενος που θα γίνει προηγούμενος για τον αμέσως επόμενο, άντε και ο τωρινός, που δεν είναι τίποτα ακόμη. Ήταν επόμενος για τον προηγούμενο και θα γίνει προηγούμενος για τον επόμενο. Η βούλησή μας που αποδεικνύεται το μηδέν, και κινητοποιείται πραγματικά μόνο τη στιγμή που πρέπει να αποφασίσουμε αν θα φάμε σπαγγέτι ή φιογκάκια. Οι ώρες που δεν έχουμε τι να κάνουμε και που σκεφτόμαστε διάφορα, αλλά τελικά «ισχύει το προφανές». Το μπράντυ ως μόνη επιλογή. Όχι γιατί δεν υπάρχουν επιλογές, αλλά γιατί ισχύει το μπράντυ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

Οι μύθοι του Αισώπου.

Και τώρα θα πούμε ένα μύθο του Αισώπου. Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι μύθοι του Αισώπου είναι πολύ διδακτικοί και πολύ φανταχτεροί. Οι γνωστές σε όλους εκδόσεις ΣΤΡΑΤΙΚΗ (στρατίκη; στρατική; στράτικη, δε νομίζω), φρόντισαν να συγκεντρώσουν σε ένα τόμο, με φανταχτερή -όπως προαναφέραμε- εικονογράφηση, όλους του μύθους του Αισώπου. Έτσι, μπορείτε να διαβάζετε στο παιδάκι σας κάθε βράδυ κι από έναν για να ξεραθεί, ενώ ταυτοχρόνως θα του περνάτε υποσυνείδητα όλα εκείνα τα μηνύματα αλληλεγγύης, ενότητας και ηθικής ακεραιότητας που προβάλλουν με αλληγορικό τρόπο, οι έξυπνες και χαριτωμένες αυτές ιστορίες (εγώ το είχα πάντα στο σπίτι της γιαγιάς αυτό το βιβλίο, δεν ήταν από τα επείγοντα, το άφηνα εκεί).

Θα παραθέσουμε απόσπασμα από το μύθο του «αετού και της χελώνας», σε ποιητική διασκευή:

Έλεγεν οκνή χελώνη εις τον αητό:

- Αητέ μου, αητέ μου! Θα με μάθεις να πετώ?

- Να σε μάθω χελώνη... αλλά ειπέ μου, πώς; χωρίς πτερά;

- Πώς χωρίς? Με τα δικά σου!

- Μα χελώνη μου... στοχάσου! Έχεις ει δικά σου πέτα! ειδεμή, ω, άφησέ τα!

Έχει κι άλλο, αλλά αυτό αρκεί για να αναλύσουμε τα ιδεώδη που θέλουμε. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, η χελώνη, επιδεικνύει αλαζονική συμπεριφορά, εφόσον θεωρεί ότι μπορεί να πετάξει. Επιπροσθέτως, δείχνει να μην έχει επαρκή αντίληψη των πραγματικών δυνατοτήτων της και ταυτίζεται με τον αητό, ο οποίος είναι εφοδιασμένος από τη φύση του με πτερά. Ο αητός, παρά το μεγαλοπρεπές της εμφανίσεώς του, την αντιμετωπίζει με συμπάθεια και σύνεση και προσπαθεί να της εξηγήσει ότι δεν μπορούν να πετάξουνε μαζί. Ο αητός, δεν είναι αλαζών, ούτε επιδειξιομανής (αν και θα μπορούσε να διατηρήσει ένα τέτοιο προφίλ, αν ήθελε). Τελικώς, πετάνε, αλλά πέφτουνε νομίζω, δε θυμάμαι καλά τώρα.

Σημασία έχει ότι απ’ αυτό το μύθο μαθαίνουμε να μην επιθυμούμε αυτά που έχουν οι άλλοι, να στηριζόμαστε στις προσωπικές μας δυνατότητες και να μην προσπαθούμε να πετάξουμε αν δεν έχουμε πτερά, ειδικά αν κατοικούμε σε υψηλό όροφο και ακόμα κι αν ο διπλανός μας εκείνη την ώρα, μας εγγυάται ότι έχει ήδη αρχίσει να αισθάνεται αητός.

(μμμ...)

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Όταν πάμε 35 θα με παντρευτείς, έτσι;

(ωχ, με τσάκωσε!)

Πολλές φορές οι άνθρωποι, από το φόβο τους, πέφτουν στον πειρασμό να συνάψουν μία άτυπη συμφωνία, τόσο κοινή και τόσο πεζή, όσο η σκηνή που ο εργένης αστυνομικός, γυρίζει εξουθενωμένος στο σπίτι του αργά τη νύχτα και ανοίγει το ψυγείο να βρει κάτι να φάει. Το ψυγείο είναι φυσικά άδειο και περιέχει μόνο τη χάρτινη τετράγωνη συσκευασία από το κινέζικο που είχε παραγγείλει δύο εβδομάδες πριν. Το ανοίγει, το μυρίζει, βρωμάει ελεεινά, το πετάει.

Υπάρχουν τέσσερις πολύ καλοί μου φίλοι, με τους οποίους είχαμε κάνει αυτή τη βλακώδη συνεννόηση να παντρευτούμε όταν φτάσουμε στην ηλικία των 35 και αν μέχρι τότε δε μας έχει κάτσει αυτός ο τεράααστιος έρωτας με τον οποίο θα ζούμε την τέλεια ζωή και θα αγοράζουμε από τη λαϊκή κάθε Παρασκευή λουλούδια, χωρίς ποτέ να μένουμε στιγμή μακριά ο ένας από τον άλλον.

Δε θα παντρευόμασταν και οι τέσσερις μαζί, δεν ήταν αυτό το σχέδιο, απλώς όλοι είχαμε εκφράσει αυτό τον ξεδιάντροπο φόβο ότι στο τέλος, μάλλον θα υπάρχει πάντα πρόβλημα (με τον τεράστιο έρωτα). Είχαμε προσπαθήσει απλώς να καθησυχάσουμε τους φόβους μας. Ο πρώτος φίλος με τον οποίο έκανα την αντίστοιχη συμφωνία, ήταν στα δεκαέξι μου. Είχε πει τα ίδια και με τον ισχυρό, αυτός μας γνώρισε. Εμείς παραμείναμε φίλες, αυτόν τον έχουμε χάσει εδώ και 6-7 χρόνια. Οι φήμες λένε ότι πήγε να σπουδάσει μάγειρας στην Ελβετία (αλήθεια αυτό τώρα). Ποιος ξέρει. Βρήκαμε η μία την άλλη πάντως και ανανεώσαμε τη σύμβαση μεταξύ μας, παρά το γεγονός ότι είμαστε και οι δύο κορίτσια - θεωρητικά πάντα.

Ο τρίτος φίλος, μετά τον επίδοξο μάγειρα και τον ισχυρό, με τον οποίο έδωσα τέτοιο όρκο, ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Τον είχα δει για πρώτη φορά στην γ’ δημοτικού. Δεν είχα τολμήσει να τον πλησιάσω τότε, διότι δεν ήμασταν στο ίδιο τμήμα και ντρεπόμουν πολύ να τον χαιρετήσω έτσι στο άσχετο, πόσο μάλλον να του πω ότι θέλω να τον παντρευτώ. Έκτοτε εγώ άλλαξα τρία σχολεία, αλλά αυτός παρέμεινε πάντα στο ίδιο. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, εντελώς τυχαία, γνωρίστηκα με το δικό του καλύτερο φίλο (με τον οποίο δεν ξέρω αν είχαν συνεννοηθεί να παντρευτούνε). Συναντηθήκαμε μετά από δέκα χρόνια και γίναμε μία χαρούμενη παρέα. Ορκιστήκαμε λοιπόν όλοι μαζί, εγώ, εκείνος και ο ισχυρός, ότι αν δε βρεθεί κανείς μέχρι τα 35 να μας παντρευτεί, θα παντρευτούμε μεταξύ μας. Ασχέτως αν ήμασταν τρεις, θεωρητικά- δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Ο τέταρτος επιλαχών, είναι ένας άλλος φίλος, που δε φέρνει ποτέ αντίρρηση σε ό, τι μαλακία του λέω. Αλλά σ’ αυτόν δε νομίζω ότι θα αρέσουν τα κορίτσια για πολύ ακόμα και αν παντρευτούμε θα μπερδευτούμε κάπως, γιατί θα είμαστε δύο κορίτσια και ένα αγόρι που δεν θα του αρέσουν τα κορίτσια.

Το πρόβλημα τώρα είναι ότι φοβάμαι πολύ, γιατί έχω χάσει – θεωρητικά - όλους τους υποσχόμενους φίλους και έχω κρατήσει αυτούς, με τους οποίους δε θέλω εγώ να παντρευτώ. Γιατί μου είπαν ότι μου μένουν περίπου 10 χρόνια για να στρώσω το έδαφος και να προσφέρω ένα αγοράκι στο στρατό. Γιατί ως άνθρωπος μπορεί να ορκίζομαι ότι θα παντρευτώ 5 αγόρια και 2 κορίτσια, αλλά ως κορίτσι, φοβάμαι μόνο την ώρα εκείνη που η μαμά μου πιστεύει ότι θα καταλήξω στο μαιευτήριο να της παραδίδω το εγγονάκι της, τίγκα στα αίματα, ενώ ούτε έχω, ούτε είχα, ούτε και πιστεύω πως θα αποκτήσω ποτέ το παραμικρό ίχνος μητρικού ενστίκτου. Γιατί όλες οι μαμάδες το πιστεύουν αυτό όμως;

Όλοι λένε «εεε… είσαι μικρή ακόμα, δεν καταλαβαίνεις… εεεέλα τώωωρα κι εμείς τα ίδια λέγαμε, ότι δε θα κάνουμε οικογένεια και στο τέλος και παιδιά κάναμε και γατιά…». Κι εγώ λέω, «μα ακόμα; από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου <είμαι μικρή ακόμα!>, δε θα έπρεπε να απολαμβάνω έναν ελάχιστο σεβασμό; κανένα κύρος δεν έχει ο θυμός μου και η άποψή μου, γιατί πρέπει πάντα στο τέλος όλοι να κάνουμε αυτά, τα ίδια;». «Εσύ να κοιτάξεις να τα κάνεις καλύτερα, όταν θα κάνεις παιδιά!». Θεωρούμε δεδομένο ότι εγώ θα συμπεριφερθώ έτσι, θα παντρευτώ, θα κάνω παιδιά και θα τα κάνω και σκατά μάλιστα. Πολύ απλώς γιατί οφείλω να δικαιώσω με τις πράξεις μου τα λάθη που έκαναν οι προηγούμενοι, γιατί στο τέλος όλα πρέπει να καταλήξουν ομοιόμορφα, γιατί αν έχουμε όλοι τους ίδιους φόβους, θα κάνουμε και τις ίδιες μαλακίες κι αν κάνουμε όλοι τις ίδιες μαλακίες, δε θα μπορεί ο ένας να κατηγορήσει τον άλλον, δε θα μπορεί ο επόμενος να βρίζει τον προηγούμενο. Μόνο θα ορκιζόμαστε μεταξύ μας να διαιωνίσουμε τη μαλακία. Θα υποσχόμαστε να παντρευτούμε ο ένας τον άλλο, οριακά ευτυχώς, στα 35. Και η μαμά μπορεί και να κερδίσει το στοίχημα ότι «να! έκανες κι εσύ τα ίδια!». Με έχει κυριεύσει η αλαζονεία της νιότης επειδή «είμαι μικρή ακόμα» ή μήπως είναι απλώς Σάββατο και δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε λουλούδια από τη λαϊκή; μπαααα… το άνοιξα, το μύρισα, βρωμάει. Θα το πετάξω.

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

test 2-3 ki allo ki allo


to blogger eksafanizei mono tou merika keimena pou epilegei na eksafanisei?
apla pos?

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

το πρώτο παιδί, ιζ τζαστ ντούινγκ ιτ φορ δε κοοόζ!


Όταν εγώ και οι φίλες μου ήμασταν μικρά κορίτσια, δηλαδή πριν από 11 χρόνια ακριβώς (23 και 11,5 μήνες – 11 χρόνια = 12 και 11,5 μήνες), έπρεπε να αποφασίσουμε «ποιό είδος αγοριών θα αγαπάμε». Όχι ότι δεν αγαπούσαμε τα αγόρια και νωρίτερα, απλώς πριν τα 13, τα κριτήρια επιλογής, ήταν πιο αθώα και λιγότερο αυστηρά ως προς το φάρδος του παντελονιού. Στο δημοτικό, ο «ωραίος» της τάξης ήταν αυτός που ήταν ο καλύτερος στη γυμναστική. Η δε «ωραία» της τάξης, ήταν πάλι αυτή που ήταν η πιο καλή στη γυμναστική. Αυτή η μαλακία με τη γυμναστική, δεν ξέρω πού είχε τη βάση της, εμένα όμως δε με βόλευε καθόλου, διότι με θυμάμαι μια ζωή να λείπω από τη γυμναστική. Άρα δεν ήμουν η ωραία στο δημοτικό.

Όταν γίναμε 13, το αισθητικό μας κριτήριο αναβαθμίστηκε λίγο, αφού άρχισε να παίζει ρόλο το λεγόμενο «στυλ», ο «αέρας» του άλλου. Ο ωραίος της τάξης έγινε αυτός που καπνίζει (το ακριβώς αντίθετο από τον αθληταρά δηλαδή) και η ωραία της τάξης, ήταν αυτή που φόραγε το πιο κολλητό τζιν και της οποίας ο κώλος διαγραφόταν ποιητικά. Μέχρι τα 15, ο καθένας είχε προσανατολιστεί ως προς το «τι στυλ θα έχει».


Εγώ και οι φίλες μου λοιπόν, αγαπούσαμε τα αγόρια που έκαναν σκέιτ (γυμναστική με κάπνισμα δηλαδή). Ναι, το σκέιτ. Αυτά τα αγόρια αγαπούσαμε. Τι τα θες; ακούγαμε τη μουσική που ακούγανε (έτσι γίνεται πάντα), πηγαίναμε και τα καμαρώναμε κι αν ο άλλος δεν έκανε σκέιτ ή μπι εμ εξ, δεν είχε θέση στον κόσμο μας, ήταν ανύπαρκτος. Μάλιστα τα αγόρια χωρίζονταν σε υποομάδες ανάλογα με το όχημα που καβαλούσανε, ανάλογα με το ποιόν έχουν φίλο, σε ποιά περιοχή το κάνουν, πόσο καλοί είναι, αλλά ποτέ κανείς δε ρώταγε γιατί το κάνουν. Άλλο μπόνους ήταν το να παίζουν σε συγκρότημα. Κι αυτό ήταν πολύ ιν, διότι περιελάμβανε πολύχρονη παραμονή σε υπόγεια όπου πέντε ηλίθιοι γραντζουνάνε μανιωδώς κιθάρες και μπάσα που βρήκαν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, έπαθλα του ακήρυχτου πολέμου νεύρων με τη μαμά τους (αν δε μείνεις σε κανένα μάθημα θα σου το πάρω, αλλά σταμάτα επιτέλους να με πρήζεις και να βαράς το μικρό σου αδερφό).

Αυτά τα αγόρια είχαμε εμείς και ήταν όλα κυριολεκτικά και μεταφορικά για τα πανηγύρια, αλλά τότε που η μόδα ήθελε το παντελόνι «ημίφαρδυ» και προσοχή! όχι «φαρδύ», τότε που το παντελόνι όφειλε να είναι φαρδύ στον κώλο και «υπόστενο» από κάτω, όλα αυτά είχαν τεράστια σημασία. Tεράστια όμως. Πολύ κλάμα είχε πέσει για αυτά τα αγόρια, περισσότερο απ’ όλα τα κλάματα στη μετέπειτα ζωή. Πολλή ίντριγκα για το σκέιτ ή το μπι εμ εξ.

Για να στέκεσαι λοιπόν στο ύψος των περιστάσεων ως κορίτσι ενός αγοριού που κάνει σκέιτ ή μπι εμ εξ, έπρεπε να υποστείς κι εσύ ένα retousse. Έπρεπε να φοράς ένα χαμηλοκάβαλο παντελονάκι, να έχεις ένα αξιοπρεπές ντεκολτέ από μία αμερικάνικη αγορά και στα μεγάλα κέφια, πάταγες και μία στάμπα που μόνο εσύ ήξερες τι σήμαινε. Μην κοιτάτε τώρα που η μόδα στα ιδιωτικά επιβάλλει στα κορίτσια «μαλλί φουσκωτό κομμωτηρίου» και ζακέτες «που μου τις στέλνει όλες η αδερφή μου που σπουδάζει Αγγλία». Τότε όλες πιάναμε το μαλλί μας έναν ανέμελο κότσο, τότε όφειλες να είσαι λίγο αθώο πουτανάκι, αλλιώς πώς θα φαινόσουν το σωστό κορίτσι του σκεϊτά;

Τελοσπάντων, πριν το καταλάβουμε, οι απαιτήσεις της επιβίωσης σε μία ιν μικροκοινωνία, άρχισαν να μεγαλώνουν πάντα σε συνάρτηση με την ουσιαστική συνειδητοποίηση του εαυτού σου ως αυτόνομο ον, που κατά λάθος επέρχεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Έπρεπε να κάνεις τρύπες κι άλλες τρύπες και λίγες ακόμα κι ερχόταν κάποια στιγμή, που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις το αν τις κάνεις για το σκεϊτά ή για σένα, διότι το μπέρδεμα είχε αρχίσει να γίνεται πιο υπαρξιακό (πριν καταλήξει στο σχεδόν κοσμικό μπέρδεμα της μετεφηβικής κατάστασης). Μετά βέβαια, όταν τελειώνει το σχολείο, τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους και οι τρύπες φαίνονται τόσο παράλογες όσο ο ίδιος ο σκεϊτάς, οπότε η ελάχιστη ωρίμανση επιτάσσει το κλείσιμό τους, εκτός αν πλέεις ακόμη σε πελάγη λυκειακής μιζέριας ή απλώς σε έχει ξεχάσει η μόδα που άφησε το σωστό αμερικάνικο πανκ πίσω της πριν δέκα τέσσερα χρόνια, αισίως.

Γιατί όμως τα θυμήθηκα όλα αυτά; είναι απλούστατο. Όταν στα δεκατέσσερα έκανα μία τρύπα, μία και μόνη διακριτική τρύπα στη μύτη μου, η μαμά μου έλειπε σε ταξίδι. Της το ανακοίνωσα από το τηλέφωνο διπλωματικά και η ίδια, δε φώναξε μεν, αλλά έδειξε μία μεγάααλη απογοήτευση… Όταν δύο χρόνια μετά έκανα ένα τατουάζ, ένα πολύ σεμνό και διακριτικό τατουάζ, η μαμά μου για μία ακόμη φορά με απογοήτευσε με την απογοήτευσή της. Το ξεπέρασε μεν, αλλά για ένα ολόκληρο απόγευμα έκανε μούτρα. Όταν ήθελα να βγω έξω με το σκεϊτά, έπρεπε να γυρίζω νωρίς και ενίοτε ντροπιαζόμουν πάρα πολύ, γιατί με έπαιρνε το τηλέφωνο «άντε! πού είσαι;». Σε στιγμές μεγάλης κρίσης εμπιστοσύνης, με έβαζε κιόλας να της υποσχεθώ ότι θα με γυρίσει αυτός (άκου τώρα!). Ένας Θεός ξέρει γιατί εμπιστευόταν αυτόν και όχι εμένα.

Προχτές πήγα να τους δω – τη μαμά μου και τον αδερφό μου. Με τον αδερφό μου έχουμε 7 χρόνια διαφορά. Έχει τρύπες, έχει 3 τατουάζ, αισίως. Κάνει μπι εμ εξ, λείπει τρεις μήνες το χρόνο και ασχολείται με το να στήνει ράμπες, να βγαίνει με τους φίλους του και να γυρίζει ό, τι ώρα θέλει. Η μαμά δεν απογοητεύεται, απλώς του λέει να διαβάσει και τον ικετεύει να ξυπνήσει το πρωί, όπως ικέτευε κι εμένα. Το δεύτερο παιδί, τα έχει όλα ξαναδεί και τα κάνει όλα απλούστερα και καλύτερα. Γιατί είναι αγόρι και δεν κλαίει ποτέ για το σκεϊτά. Εμένα, ποιός θα μου ξεπληρώσει το κλάμα μου;

*ενδεικτική φιλμογραφία (τη χρωστάμε στον αδερφό μου)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

test 1 - 2 το cheesecake υπερωκειάνιο

Επίθεση!


Δευτέρα, Νοεμβρίου 06, 2006

το τεύχος 14 & το τεύχος 15 - συγγνώμη.

Το τεύχος 14 ("διαφορές"), που είναι αυτής της μορφής:






θα πάει στους ανθρώπους που είναι να πάει
μαζί με το τεύχος 15 ("γκρεμός"), που είναι αυτής της μορφής:



Έπρεπε να έχει πάει από τις 6 Οκτωβρίου, αλλά είχαμε πάλι τυπογραφικά προβλήματα. Κάθε μήνα, η ζωή γεμίζει σασπένς όταν προσπαθούμε να βρούμε ένα νέο δημιουργικό τρόπο να φωτοτυπήσουμε. Εγώ πρήζω τον ισχυρό συνεργάτη, να πρήξει κάποιους φίλους μας, να πρήξουν με τη σειρά τους κάποιους άλλους γνωστούς που θα μπορούσαν να θεωρηθούν "οι υπεύθυνοι" (αλλά αυτοί δεν το ξέρουν ούτε οι ίδιοι ότι είναι οι υπεύθυνοι!). Είναι πολύ ευχάριστο. Συν τις άλλοις και τα δύο τέυχη, έχουν πάλι μία μαύρη γραμμή και γενικώς η εκτύπωση είναι κάπως, αλλά δεν πειράζει. Σημασία έχει ότι δεν κοροϊδεύουμε τους ανθρώπους. Αυτά ήθελα να ειδοποιήσω, πάρτε και λίγο τεύχος 15. Ευχαριστούμε και συγγνώμη.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Ιχθείς

Όταν είμαι ερωτευμένος αισθάνομαι κάπως έτσι:



Στην υγειά μου!

Αγελαδίτσες βόσκουν αμέριμνες

στα πράσινα λειβάδια

του τελευταίου μου μυαλού.


Όταν σε είδα, δεν τρόμαξα

πρόσεξα μόνο

το τσιμπιδάκι

στα μαλλιά σου

που ήταν ροζ τότε.


Έκτοτε

μπήκα στη θάλασσα

χωρίς

τη

συνηθισμένη μου μάσκα

δε φοβήθηκα


είχα αλλάξει σώβρακο έτσι κι αλλιώς


Αν ήθελες θα ήμασταν

κι αστέρια

θα ήμασταν

κυπρίνοι

θα βουλιάζαμε

ευτυχείς

σε γάργαρα νερά.


Δε θέλεις όμως

και πολύ πληγώνεις

τη σαλάτα μου

που δεν μπαίνεις μέσα

να ανακατευτείς

με τα υπόλοιπα

ζαρζαβατικά

πάρ’ τ’ αρχίδια μου

θα βρω άλλη


Δύσκολο το ‘χεις κυρά μου;


Εγώ ήθελα να είσαι η κυρά μου όμως.

πλιτς – πλατς!


ki alli simeiosi apo tin arxisyntaksia: ta vazo simera giati avrio mallon den tha mporo. Aυτό είναι εξ' ολοκλήρου εμπνευσμένο από το φίλο σάντσο πάντσα (δώσ' τα όλα, μην αφήνεις τίποτα) - επίσης χαρακτηριστικότατο εκπρόσωπο του ζωδίου. Επίσης θέλω να πω σε όσους είναι ιχθείς ή έχουν σημαντικούς πλανήτες στους ιχθείς, να μην ανησυχούν, γιατί είναι τόσο άσχημο όσο φαίνεται. Επίσης σε συνέχεια του ποιήματος θέλω να αφιερώσω στους ιχθείς το όνειρο που είδα χτες το βράδυ και σηκώθηκα σήμερα σαν μαστουρωμένη και δίψαγα και δεν ήπια νερό σπίτι μου γιατί βιαζόμουν και ήρθα στη δουλειά και είχαν κόψει το νερό γιατί πότιζαν το δρόμο με ένα λάστιχο με μεγάλη πίεση, από αυτά που καθαρίζουν τα αυτοκίνητα, αφιερώνω επίσης δύο τραγουδάκια των Άμπα (όποια θέλουν αυτοί, το αφήνω πάνω τους), ή μάλλον άντε, το ένα θέλω να είναι το "take a chance on me" και το άλλο θα είναι ελεύθερο, της προτίμησης του καθενός. Επίσης επειδή έχω σελήνη στους ιχθείς και υποφέρω πολλά χρόνια τώρα και θα υποφέρω προφανώς και για κάποια ακόμα, θέλω να πω μία μικρή ιστορία: άσε δεν τη λέω.

Υδροχόος

Δεν ήταν η κατάσταση αυτή καθεαυτή που τον ενοχλούσε, ήταν η έκπληξη που του προκάλεσε η ανακάλυψη ενός επιπλέον χώρου στον εγκέφαλό του. Σαν να υπήρχαν μερικά δισεκατομμύρια κύτταρα, των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή και τα οποία έκαναν «ντου» ξαφνικά μέσα στο σύστημα, αποσυντονίζοντας τη λειτουργία του και διαταράσσοντας επαρκώς την όλη ενότητα του μηχανισμού. Πολλά γρανάζια έφυγαν από τη θέση τους μέσα σ’ ένα βράδυ. Κάτι έγινε. Μη έχοντας αντιμετωπίσει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν, αποφάσισε να ακολουθήσει το εντελώς βλακώδες-μαζοχιστικό, πλην όμως γνώριμο μοτίβο συμπεριφοράς, που τον ήθελε υπεράνετο, υπερβολικά υπερ-κάτι και υπέρ του δέοντος υπερόπτη. Το υπερεγώ του είχε απλώς φύγει από τη θέση του. Η διάγνωση του γιατρού ήταν σαφής: «Υπερβάλλετε φίλε μου. Δεν μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε σε αυτή τη ζωή. Με την ίδια λογική, κανείς δεν μπορεί να σας κάνει ό,τι θέλει... Πάντως, μία φιλική συμβουλή από μένα: μη δείχνετε ότι φοβάστε τόσο πολύ. Θα καταντήσετε αξιοπερίεργος, κάτι σαν σπάνιο μανιτάρι... προσέξτε...».

Αδύνατον να ακολουθήσει τη συμβουλή. Πώς σκατά είχαν τα πράγματα; ευτυχισμένος ήταν; αγχωμένος ήταν; τι σκατά ήταν; Η πρώτη σοβαρή - και λυπηρή – απάντηση που του ερχόταν στο μυαλό, ήταν ότι είχε αλλάξει. Δεν του έμοιαζε. Αλλά δεν ήταν κάτι που συνέβαινε πάντα αυτό; γνωρίζεις κάποιο ον που σε ενδιαφέρει και αυτομάτως το γνωστικό σου πλέγμα επεκτείνεται, αλλάζει για να χωρέσει τις νέες πληροφορίες, μερικά νευρικά κύτταρα που μέχρι πρότινος ήταν αδρανή, ενεργοποιούνται, για να αποθηκεύσουν αυτό το κάτι που ήρθε απρόσκλητο να σε ενοχλήσει.

«Εγώ γνωρίζω πολύ κόσμο σε μηνιαία βάση. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς μου είναι εντελώς αδιάφοροι. Νορμάλ ως εδώ. Απλώς υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις που, για κάποιο λόγο, μυρίζουν κάπως…Το πρόβλημα. Η επίδραση. Η αντίδραση. Ο αέρας. Το μέσον. Το αιώνιο μέσον. Ύπουλα πράγματα και πώς να ξεμπερδέψεις μετά; πας εκεί, κάνεις 5-10 κινήσεις (μηχανικές), μαλακίες, χημείες. Μετά, βρίσκεσαι να κοιμάσαι ξύπνιος και να ονειρεύεσαι όρθιος, πάει το πρόγραμμα, πάει και ο εγκέφαλος. Ε, εκεί προτάσσω τα ισχυρά μου όπλα, πρέπει να το ελέγξω: το ογκώδες και βαρύγδουπο «εγώ» μου. Και γαμώ. Το ελέγχω. Αλλά μετά χειροτερεύει το πράγμα: οι μηχανικές κινήσεις καταντούν τόσο μηχανικές που με κάνουν να μοιάζω ανδρείκελο (ευτυχώς η διαφορά με την πρωτύτερη μορφή μου δεν είναι μεγάλη). Το «εγώ» αναλαμβάνει να καλύψει την ανεξέλεγκτη δραστηριότητα του «υπερεγώ» και το «αυτό», ενίοτε σκέφτεται το αντίστοιχο «απαυτό» και τότε η κατάσταση φτάνει στην κορύφωσή της: τότε ορκίζομαι στον εαυτό μου ότι δε θα επιτρέψω σε κανέναν να με πιάσει κότσο! Ενίοτε, διαπιστώνω και ο ίδιος πόσο αλλόκοτη είναι η συμπεριφορά μου, αλλά ευτυχώς επειδή δεν μπορώ να σκεφτώ με τις συνηθισμένες μου ταχύτητες γιατί κολλάω κάπως, ελπίζω ότι δίνω ακόμα την ίδια εντύπωση: ευφυής, σταρχιδιστής, άνετος… καλά, ναι, μόνο να θυμηθώ να μη ρωτήσω το διπλανό μου πώς με βλέπει, θα με πιάσουν...»

«Πώς με κόβεις ρε συ; έχω κάτι;»


Simeiosi apo tin arxisyntaksia: αυτό είναι εμπνευσμένο από ένα πολύ συμπαθητικό βιβλιαράκι που είχα διαβάσει πριν 3-4 χρόνια (καλοκαίρι) και μου άρεσε πολύ. Ήταν "η μικρή φιλοσοφία του έρωτα" ενός τύπου Alain de Botton, ο οποίος το είχε εκδώσει όταν ήταν 24 χρονών. Τελοσπάντων, ήταν πολύ ευχάριστο το βιβλίο, πολύ εγκεφαλικό και εν τω μεταξύ, δεν ξέρω γιατί μου είχε κολλήσει εμένα τώρα ότι αυτός είναι υδροχόος. Και να σκέφτομαι "ε, τον πούστη! 24 χρονών να γράψει τέτοιο γαμάτο βιβλιαράκι, κοίτα να δεις, αυτοί οι υδροχόοι... είναι πολύ μπροστά... (και τέτοια)". Τώρα που έψαχνα λίγο γι' αυτόν, γιατί έτσι μού 'ρθε, διαπίστωσα ότι ο άνθρωπος ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΥΔΡΟΧΟΟΣ. Είναι τοξότης (φυσικά, χα χα). Μου προέκυψε λοιπόν το συμπέρασμα, ότι πολλές φορές, κάποια άτομα που θαυμάζω, θέλω να τα θεωρώ υδροχόους (σαν τη μαμά μου και τον παππού μου), ενώ στην πραγματικότητα είναι ή τοξότες (σαν το Γούντι Άλεν) ή απλοί κανονικοί άνθρωποι. Η αφιέρωση πάει σε μία από τις καλύτερές μου φίλες, υδροχόο (και σελήνη στον υδροχόο παρακαλώ), τέρας λογικής και ψυχραιμίας, της οποίας το στόμα προσπαθεί πάντα να προλάβει το μυαλό της. Λείπει ταξίδι τώρα, αλλά δεν πειράζει. Είναι η πιο χαρακτηριστική μου υδροχόος. Και επιστρέφω και μία αφιέρωση στο υδροχοοκρατούμενο κράτος των αρχίδια-μύδια (ελπίζω όμως να υπάρχουν και τίποτα άλλα ζώδια εκειπέρα).