Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006

Αιγόκερως

Καθόλου δεν τον ένοιαζε αν χρειαζόταν να δουλέψει πεντακόσιες ώρες. Μετά θα καταλάβαιναν την αξία του και θα τον θεωρούσαν αναντικατάστατο. Στο σπίτι ήταν όλα τακτοποιημένα. Τα βιβλία με τα βιβλία, οι κατσαρόλες με τις κατσαρόλες, οι μαξιλαροθήκες με τις μαξιλαροθήκες, η πεθερά του με τη γυναίκα του, το αυτοκίνητο στο γκαράζ, τα κηπουρικά με τα λάχανα. Όλα ωραία. Δουλειά, σπίτι, λεφτά, λεφτά, σπίτι, δουλειά. Μήπως να τους άρχιζε να κάνουν και το σταυρό τους πριν φάνε; Ήταν πολύ παραδοσιακός κατά βάθος. Είχε ρίζες ρε παιδί μου. Είχε ηθική, είχε αξίες. Και του άρεσε γενικώς η ιδέα του να υπάρχει ένα πλαίσιο κανονιστικών αρχών. Εντάξει, όχι πολύ αυστηρό, αλλά να υπάρχει κάτι, μια βάση. Αντιπαθούσε όσους το έπαιζαν μποέμ. Του φαινόντουσαν πολύ δήθεν.

Ήταν αντιπαθέστατοι αυτοί οι άνθρωποι, μπλιαχ, έψαχναν άλλοθι για να μην αγωνιστούν. Αυτός είχε δουλέψει, τα είχε καταφέρει μόνος του, είχε κερδίσει με την αξία του. Δεν είχε φοβηθεί την προσπάθεια, γι΄αυτό τώρα, είχε φτάσει σ’ ένα σημείο που τον ζητούσαν από χίλιες δουλειές. Τη Τζένη την πήρε, δε θυμάται γιατί... Μμμ, ναι, ναι, τον κοίταζε αποσβολωμένη όταν πρωτοσυναντηθήκανε. Της είχε φανεί πολύ μυστηριώδης και πολύ κύριος. Αυτά. Την πήρε, την έβαλε σπίτι, πήρε και τη μάνα της, ωραία μαγείρευε, όλα εντάξει.

Τίποτα δε γίνεται στη ζωή χωρίς συνέπεια και στόχο. Θα κουραστείς, θα ανταμειφθείς όμως. Κι ο γάμος και η σχέση, ωραία επιχείρηση ήταν, αλλά ήθελε σχέδιο κι αυτή, ήθελε πλάνο. Αλλιώς θα μοιάζαμε με εκείνους τους παλαβούς που δεν ξέρουν τι κάνουν και που πάνε και δοκιμάζουν ό, τι να ‘ναι. Ήθελε πλάνο. Ευτυχώς η Τζένη ήταν αρκετά χαζούλα για να του αμφισβητήσει το πλάνο του. Το είχε δεχτεί απολύτως. Ο ίδιος σκάλιζε τον κήπο, αλλά το μυαλό του δε σταματούσε ποτέ. Αυτό ήταν κάπως κουραστικό. Όλο κάτι κατάστρωνε στο κεφάλι του. Πριν το ολοκληρώσει, ήταν ήδη πετυχημένο. Και κανείς δεν μπορούσε να του πει ότι δεν προσπάθησε. Δεν έκανε καταχρήσεις, δεν έκανε ανωριμότητες, ένα κι ένα έκαναν δύο, δύο και δύο έκαναν τέσσερα.

Μία μέρα, είχαν στο σπίτι τραπέζι κάτι φίλους. Ετοιμαζόταν να κατέβει τις σκάλες, αλλά η πεθερά του είχε μόλις σφουγγαρίσει. Οι καλεσμένοι κάθονταν φρόνιμοι. Στο προτελευταίο σκαλί, σκόνταψε κι έπεσε. Δεν έπαθε τίποτα, αλλά η ντροπή του ήταν τόσο μεγάλη, που μετανάστευσε στο Βέλγιο, εκεί που δεν τον ήξερε κανείς και άρχισε ξανά από το μηδέν ως ανθρακωρύχος.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006

Τοξότης

- Λοιπόν λέγε, θα με παντρευτείς;

- Ωχ! εεεεε... τι τώρα; μα πώς; δύο μήνες γνωριζόμαστε!

- Λέγε! θα με παντρευτείς ναι ή όχι; δεν μπορώ να περιμένω! Αφού το ξέρεις, σ’ έχω ερωτευτεί από το πρώτο δευτερόλεπτο που σε είδα!

- Αααχ...! καλέ να μην περιμένουμε; να γνωριστούμε λίγο;

- Άμα περιμένουμε θα γνωριστούμε πολύ. Τώρα να το κάνουμε, τώρα που δεν ξέρουμε το χριστό μας... μετά δε θα θέλουμε...

- Αυτό μου ακούγεται κάπως επιπόλαιο βρε παιδί μου... μα... πώς;

- Τι θες γαμώ την τρέλα μου; παντρέψου με τώρα να τελειώνουμε!

- Αααα! Δεν καταλαβαίνω τι σε έχει πιάσει!

- Βαριέμαι. Θέλω να σε παντρευτώ.

- Τι εμμονές είναι αυτές άνθρωπέ μου; για παλαβή με έχεις; να παντρευτώ εσένα;

- Γιατί τι έχω μωρή;

- Είσαι αλλοπρόσαλος.

- Μα γιατί; εμένα μου φαίνομαι πολύ συγκροτημένος. Ξέρω απολύτως τι θέλω. Θέλω να σε παντρευτώ! Πρώτη φορά νοιώθω έτσι, έχω τρελαθεί σου λέω! Θέλω να σε παντρευτώ 28 φορές! Λέγε! Θα κάτσεις;

- Δεν μπορώ! Σε φοβάμαι, σε θέλω, αλλά σε φοβάμαι! Δε σ’ εμπιστεύομαι!

- Αυτό τώρα τι σχέση έχει; αν δε με παντρευτείς θα σου φύγω, στο λέω!

- Αχ παναγία μου! Τι με βρήκε πάλι! μα γιατί να παντρευτούμε, γιατί με παιδεύεις τώρα; εσύ δεν έλεγες ότι δεν είσαι μονογαμικός; ότι θες την ποικιλία; αφού την άλλη την είχες κατακερατώσει, εσύ μόνος σου το είπες! Γιατί να σε παντρευτώ; για να πάθω τα ίδια;

- Όχι. Τώρα θα είμαι ο καλύτερος του κόσμου, το ορκίζομαι! Εσένα θέλω μόνο!

- Ααααα! Είναι τρελόοοος!

- Θα πάω αύριο να μας βγάλω άδειες γάμου. Τέρμα οι μαλακίες, θα σοβαρευτούμε τώρα.

- Δε θέλω να παντρευτώ, είμαι μικρή ακόμα!

- Θέλω εγώ! Εεεεεέλαααα! θα έχει πλάκα...

- Δεν είναι για πλάκα! Εγώ όταν παντρευτώ θα πάρω σοβαρό άνθρωπο, θα κάνω παιδάκια!

- Έεεεεελλλλα ρεεεεεε! Θα κάνεις μαζί μου παιδάκια!

- Δε θέλω! Είσαι ανώμαλος!

- Ε, μα σκέψου το λίγο! Θα είναι ωραία, θα παίρνουμε και τα παιδάκια και θα τα πηγαίνουμε εκδρομές στα κατσάβραχα! εγώ τώρα έχω τέτοιες τσίτες που μπορώ να πάρω τριάντα νηπιαγωγάκια και να τα πάω στου Φιλοπάππου! Εέεελα, αφού σε θέλω τόσο πολύυυυυ!

- Καλά βρε παιδί μου... κι εγώ σε θέλω, αλλά άσε με να το σκεφτώ λίγο! Με έπιασες εντελώς απροετοίμαστη! Δεν ξέρω τι να πω... άντε... μάλλον, ναι!

- Ε, καλά, μην τρελαίνεσαι... ένα αστείο είπα να κάνω...

- Ε, είσαι πολύ μεγάλο κωλόπαιδο.

(τελικά ήταν μεγαλειώδες το σχέδιό μου να τη χωρίσω λέγοντάς της να με παντρευτεί)

Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006

Σκορπιός

Δεν αντέχω να το σκέφτομαι άλλο, θα τρελαθώ, το βλέπω. Προχτές πήγα κάτω από το σπίτι της. Κρύφτηκα πίσω από την κολώνα. Την είδα. Βγήκε από την είσοδο στις 7.45. Γύρισε μετά από 12 λεπτά ακριβώς. Κρατούσε ένα μπουκάλι γάλα στο αριστερό της χέρι. Τι το ήθελε το γάλα; Έχει άλλον, με απατάει. Είναι προφανές. Δε μου τη γλιτώνει. Θα τον ανακαλύψω. Θα τρελαθώ. Θα πάθω νευρικό κλονισμό.

Τις προάλλες ήμασταν σπίτι μου. Ήταν τέλεια. Είχα ανάψει όλα τα κεριά, το τζάκι το άναψα, το φούρνο τον άναψα, το θερμοσίφωνα τον άναψα, ό,τι άναβε το άναψα, στριπτίζ έκανα, πολλή σεξουαλική ατμόσφαιρα. Μου το είπε ότι πέρασε υπέροχα. Αυτό έλειπε. Τόση οργάνωση, τέτοια υπερπαραγωγή και να μην εντυπωσιαστεί. Μετά πάλι τα ίδια. Χτύπησε το τηλεφωνό της, το σήκωσε. Άντρας ήταν, είμαι σίγουρος. Μιλούσε χαμηλόφωνα. Όταν το έκλεισε, τη ρώτησα ποιός ήταν. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην ξαναρωτήσω τίποτα, αλλά δεν άντεξα. Ο Τάκης, μου λέει. Από τη δουλειά. Ποιά δουλειά; ψέμματα. Πάλι ψέμματα. Μωρέ δε θα τον ανακαλύψω εγώ αυτόν τον Τάκη... Θα τους ψήσω και τους δύο! Δεν αντέχω άλλο, θα τρελαθώ.

Της λέω να πάμε διακοπές. Μου το παίζει φλου. Θα δούμε και τέτοια. Τι σκατά θέλει ρε γαμώτο μου, μόνο το σεξ θέλει κι αυτό όποτε γουστάρει αυτή, για μηχανή με έχει. Και με απατάει, το ξέρω, έχω διαίσθηση εγώ, δε μου ξεφεύγει. Θα μάθω την αλήθεια. Από αύριο θα την παρακολουθώ συνέχεια. Αν δεν προλάβω να τρελαθώ πρώτα. Δεν αντέχω άλλο.

Θα την πάρω στον κάτω κόσμο μαζί μου. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Άκου να βρει άλλον. Ποιόν δηλαδή; Την πήρα τηλέφωνο να συναντηθούμε. Μου τα μάσαγε πάλι. Δεν άντεξα, της είπα ότι αν δε με συναντήσει θα κάνω κάτι κακό στον εαυτό μου, δεν ξέρω τι... κάτι θα βρω να κάνω. Συναντηθήκαμε. Μου άρχισε πάλι τα ίδια, ότι θέλει λίγο χώρο, τι να τον κάνει το χώρο, της πιάνω χώρο εγώ; Εγώ μια χαρά βλέπω ότι χωράμε. Θα δει όμως τι έχει να πάθει. Από κάπου θα το βρει αυτό που μου κάνει. Άσε που κλείνει το κινητό της και δεν μπορώ να τη βρω. Άλλο αυτό. Δεν πάει αυτή η κατάσταση, αν συνεχίσω έτσι θα καταλήξω στο φρενοκομείο. Τελείωσε, δεν την ξαναπαίρνω τηλέφωνο, δεν κάνω τίποτα. Να πάρει αυτή, να μάθει να με στενοχωρεί έτσι, άντε τώρα μην αρχίσω και τις βλαστήμιες και δεν τη σώζει τίποτα μετά. Να μην μπορεί να σταυρώσει γκόμενο, να μπατιριάσει, γεροντοκόρη να μείνει, που νόμιζε ότι θα χάψω τις υπεκφυγές της. Πάω τώρα να τη μπουγουμιάσω για να μάθει να το παίζει ελεύθερο πουλί. Δεν ήξερες που έμπλεκες, δε ρώταγες τουλάχιστον;

Τώρα θα σε δέσω εγώ και δε θα φεύγεις με τίποτα, βήμα δε θα κάνεις. Τώρα εγώ αν θα τρελαθώ, είναι άλλο θέμα. Δεν τη γλιτώνω εγώ έτσι κι αλλιώς, αλλά εσύ θα την πάθεις. Ρόδα είναι και γυρίζει, θα γαμήσει κι ο φτωχός και τέτοια. Όλα εδώ πληρώνονται, κρύο τρώγεται (πάει αυτό ήτανε, εδώ αρχίζω και το χάνω)... Πάω να φορέσω τα ρούχα μου παραλλαγή, να πάρω και το φραπέ, σήμερα θα κάνω παρακολούθηση από το αυτοκίνητο. Είμαι πολύ κοντά στην αλήθεια. Θα τους ξεσκεπάσω. Έχω πράκτορες σε όλη την Αθήνα εγώ. Είμαι λαγωνικό εγώ... Ε ρε τι έχει να γίνει... Πουτάνα θα τα κάνω όλα, νόμισαν ότι θα τα βάλουν μαζί μου, θα πέσει φωτιά να τους κάψει, έχω το σύμπαν με το μέρος μου εγώ!

Για αρχή θα καταργήσω την πανσέληνο.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

Ζυγός

Θεέ μου πόσο βαριόταν. Πόσο βαριόταν. Βαριόταν. Βαρεμάρα. Ζέστη.
Η αιώρα κουνιέται νωχελικά. Σταματάει.
Δε βρίσκει τη δύναμη να κουνήσει το σώμα του ώστε να την ξανακάνει να κουνηθεί λίγο.
Ωχ.
Το τηλέφωνο.
Ω ρε πούστη.
Αυτή θα είναι, θα θέλει να έρθει να γαμηθούνε.
Ντάααξει, δεν είναι ότι δε θέλει κι ο ίδιος, απλώς βαριέται. Πολύ κούνημα ρε παιδί μου αυτό το σεξ, πάνω – κάτω συνέχεια, βαρεμάρα γαμώτο.
Τελοσπάντων.
Τώρα θα πρέπει να ανοίξει και την πόρτα όταν θα έρθει η άλλη.
Θα πει στη μαμά του να ανοίξει.
Ντριν.
Το κουδούνι. Πρέπει να συρθεί ως την πόρτα, δεν είναι κανένας άλλος στο σπίτι τελικά.
Γαμώτο.

- Άντε μωράκι μου, σήκω! Είπαμε με τη Βίκυ να πάμε όλοι μαζί στο σινεμά σήμερα! Έλα σήκω! Να βγούμε κι εμείς λίγο έξω, έλα Σάββατο είναι!

- Δε βαριέσαι ρε μωράκι μου... που να τρέχουμε τώρα... άσε να ξεκουραστούμε λίγο...

- Τι να ξεκουραστούμε καλέ; διακοπές είναι, πού κουραστήκαμε;

- Εεεε... τώρα... όλο το πρωί είχε κι αυτή τη ζέστη... κάαατσε λίγο...

- Εγώ θέλω να βγω έξω. Θέλω να πάω στο σινεμά. Μμ.

Πού τη βρήκα ρε γαμώτο, τι βαρεμάρα είναι αυτή, αντί να κάτσει να ξεκουραστεί λίγο... Τι διάολο, υπερκινητικό είναι αυτό το κορίτσι, δεν μπορεί, κάποια αρρώστια...

- Καλά, κάτσε λίγο να πιούμε κανά τσιγάρο και μετά βλέπουμε... κάτσε λίγο τώρα και μην χοροπηδάς στο κρεβάτι, με κουνάς πολύ και ιδρώνω...

- Γκρρρ! Αμάν! τίποτα δεν κάνουμε. Όλο ξαπλώνουμε! Δεν μπορώ άλλο! Πάμε βόλτα!

Ωωωωωχχχχ...

Δεν ήταν γι’ αυτόν αυτά τα πράγματα. Πολλή κούραση. Να βγούνε, να μπούνε, να γαμηθούνε.

Άσε ρε...

- Έλα τελείωνε, να κάνουμε κάτι. Ας κάνουμε σεξ τουλάχιστον.

Ωχχ.
Άντε πάλι.
Θα κουραστούμε.

- Ναι ρε μωράκι μου, κάνε ό,τι θες εσύ, εγώ μόνο θα ξαπλώσω λίγο, αν μπορείς να μου φέρεις και το μαξιλάρι μου, να εκεί κάτω είναι...

Τι βαρεμάρα Θεέ μου.

- Μωρό μου, μήπως με βαριέσαι; γιατί εγώ δεν αντέχω άλλο έτσι! Θα πάω να βρω άλλον στο λέω και δε θέλω γιατί εσύ γαμάς καλύτερα απ’ όλους!

- Αυτό είναι γεγονός (αλλά βαριέμαι).

- Δε μ’ αγαπάς.

- Αγαπάω.

Θα της βάλω καμιά ταινία να σκάσει.
Τι να την ποτίσω για να βαρεθεί κι αυτή;
Δε λέει να βαρεθεί...

Θέλω να πω για τους νιου όρντερ-παρένθεση


Εδώ και καιρό, προσπαθώ να ετοιμάσω κάτι πάνω στον υπερβατικό έρωτα.
Δεν τα πολυκαταφέρνω. Με υπερβαίνει ο υπερβατικός έρωτας. Μία από τις φράσεις που σκόπευα να τοποθετήσω μέσα σε αυτό το κομμάτι/άρθρο/ποστ/ κάτι, είναι η εξής: "όλοι οι άνθρωποι συναντιόμαστε στο σημείο του ιδανικού κολλήματός μας". Του ιδεατού κολλήματός μας. Οι νιου όρντερ, όσο "σύνηθες" συγκρότημα κι αν είναι, έχουν καταφέρει να συνοψίσουν μέχρι τώρα δεκάδες συναισθήματα, εκατοντάδων ανθρώπων, αυτό το σημείο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, όποια κι αν είναι η μουσική παιδεία-προτίμηση ενός ανθρώπου, το μπλού μόντει, την καταφέρνει, στο πεδίο του έρωτα. Τέλοσπάντων, εγώ δεν έχω ιδιαίτερο κόλλημα με το μπλου μόντει. Έχω όμως με το κρίσταλ εδώ και πολλά χρόνια και απαιτώ κάποιος να με διακόψει από το να το χορεύω μόνη μου διαρκώς, εδώ και μία εβδομάδα στο σπίτι μου (κιπ ιτ καμινγκ... κιπ ιτ καμινγκ και τέτοια), χωρίς να μπορώ να θυμηθώ γιατί το θυμήθηκα έτσι. Επίσης, σχετικά με το βίντεο κλιπ (γιατί δόξα το γιου τιουμπ, τώρα το χορεύω και στη δουλειά), έχω να πω ότι η νεύρωση δικαιώνεται επιτέλους (εντάξει, όχι επιτέλους) ως χορός στα μάτια του απλού τηλεθεατή, τη στιγμή που δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα, να πεις τίποτα, γιατί (γιου ντον'τ κερ ενιγουέι...) Αυτά για τους νιου όρντερ. Έπρεπε να τα πω κι ας είναι άκαιρα και δεν ένδιαφέρουν κανέναν πρωί-πρωί, κανείς δε θέλει να ακούσει το κρίσταλ, αλλά τη νύχτα ίσως, με λίγη αγανάκτηση;;;; Βασικά μπορεί να θεωρηθεί και ως εισαγωγή για τους ζυγούς που πάντα βαριούνται να (με) διαβάσουν.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006

Παρθένος

Αν δεν τελειώσω το διδακτορικό μου δε φεύγω για διακοπές. Δεν πάω πουθενά σου είπα, είμαι στην πρέσα δεν το βλέπεις; με γαμάνε απ’ όλες τις πλευρές! Τι ήθελα και τα ανέλαβα όλα αυτά ο μαλάκας; καλά δε βλέπεις; δεν καταλαβαίνεις; προθεσμία έχω, δεν κάνω ό, τι θέλω, έχω άλλους πάνω από το κεφάλι μου. Μια ζωή πρέπει να κάνω αυτό που θέλει ο κάθε μαλάκας. Όλοι σε μένα παραπονιούνται, αυτό μου έλειπε τώρα ν’ αρχίσεις κι εσύ. Θεέ μου, δεν τους αντέχω τους ανθρώπους, πάρ’ τους όλους μπροστά απ’ τα μάτια μου... Τι την ήθελα τη σχέση εγώ; τι μαλάκας είμαι; αφού θέλω να κάθομαι μόνος μου, να κάνω τις δουλειές μου με την ησυχία μου, ορίστε τώρα. Έβαλα άλλο ένα άτομο πάνω από το κεφάλι μου να μου λέει τι να κάνω. Τα νεύρα μου. Φύγε μόνη σου. Γιατί δε φεύγεις μόνη σου; να με αφήσεις κι εμένα στην ησυχία μου, να τακτοποιήσω τις δουλειές μου, να φτιάξω και το γραφείο μου, ορίστε τι ακαταστασία είναι αυτή, πετάς τα πράγματά σου από δω κι από κει και μετά εγώ χάνω τα δικά μου...

Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Λοιπόν, άκου τι θα κάνουμε: θα χωρίσουμε το σαλόνι. Να εδώ, ακριβώς στο κέντρο του καναπέ θα υπάρχει μία νοητή γραμμή η οποία θα καταλήγει ακριβώς στο κέντρο του πίνακα απέναντι. Αυτή θα είναι η πλευρά μου. Κι από κει θα είναι η δική σου εντάξει; δε θα έρχεσαι στη δική μου, παρά μόνο κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο που θα κάνουμε σεξ. Σεξ θα κάνουμε από τη δική σου πλευρά, δε θα λερώνουμε τη δική μου για αηδίες τώρα. Επίσης σταμάτα να κάνεις ψίχουλα στον πάγκο της κουζίνας όταν κόβεις το ψωμί και μην τσιμπολογάς το κέικ. Να κόβεις κομμάτι. Α και μην ξαναδώ την επιφάνεια του βουτύρου χαρακωμένη ε; θα παίρνεις το μαχαίρι και θα το σέρνεις απαλά, το ‘χεις πετσοκόψει. Δεν κόβεται το βούτυρο, προς πληροφόρησή σου.

Αυτή η στοίβα με τα περιοδικά θα φύγει από κει. Μου κόβει τη θέα. Και εδώ είναι το γραφείο μου. Δουλεύω εδώ. Δεν μπορώ να σκοντάφτω πάνω σε βλακείες. Έχω πάρα πολύ διάβασμα, δεν ξέρω πώς θα προλάβω. Θέλω να δω και αυτό το μουσείο/ ντοκιμαντέρ/ έκθεση/ συναυλία/ σεμινάριο/ βραδιά ποίησης/ κάτι μαλάκες φίλους μου. Ποπό, μου ‘χουν πρήξει τα αρχίδια όλοι οι μαλάκες. Σκατά σκατά σκατά. Τι τους κάλεσες κι αυτούς τώρα; θα πάω να κλειστώ στο μπάνιο. Δε βγαίνω έξω. Σου είπα έχω διάθεση μόνο Παρακευή και Δευτέρα 11-2. Πας και μου τους βάζεις εκτός προγράμματος. Άλλη φορά να τσεκάρεις τον πίνακα διαθεσιμότητας που έχω κολλήσει στο ψυγείο. Γιατί το έκανα; για να μην το κοιτάς; επίσης πρόσεχε το θέμα με το γύρω-γύρω της τουαλέτας. Είναι δυνατόν να μην το κατουράω εγώ και να το κατουράς εσύ; τι είναι αυτά ρε μαλάκα, πού σε βρήκα ρε πούστη μου...

Μην ανοίξεις το παράθυρο της κουζίνας καθόλου. Έχω φτιάξει πύργο με τα χαρτιά της τράπουλας κι αν φυσήξει θα μου τον χαλάσει. Οκτώ ώρες έκανα να τον φτιάξω. Μην κάνεις καμιά μαλακία. Όλο μπούρδες κάνεις. Λοιπόν, σήμερα θα φάμε μόνο λαχανικά. Πρέπει να κάνουμε αποτοξίνωση. Άστα, άστα τα πιάτα, θα τα πλύνω εγώ. Εσύ πάλι καμιά βλακεία θα κάνεις, άστο σε μένα, αντί να τα καθαρίσεις θα τα λερώσεις περισσότερο...
Άντε, πήγαινε μέσα τώρα, να κάτσεις λίγο μόνη σου. Και σταμάτα πια. Δεν αντέχω άλλο να σε ακούω να γκρινιάζεις. Όλο γκρινιάζεις.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

Λέων

Τρελαίνομαι να τραγουδάω στο μπάνιο. Πολύ γουστάρω τον εαυτό μου τέτοιες στιγμές. Γεμίζω τη μπανιέρα με παπάκια και βαρκάκια και κάτι ωραία νούφαρα, παίρνω και το κίτρινο σφουγγαράκι μου και καθαρίζομαι όμορφα. Μετά φοράω το φλάφι μπουρνουζάκι μου και αράζω στη βελούδινη πολυθρονίτσα μου. Είμαι ένας μικρός Θεός.

Να θυμηθώ να πάρω και στη Βαγγελίτσα ένα τέτοιο μπουρνουζάκι να είμαστε σετ. Τι ωραίο ζευγάρι που θα είμαστε. Πολύ τη γουστάρω τη Βαγγελίτσα. Είναι πολύ ωραίο κορίτσι, ό,τι πρέπει για μένα. Βασίλισσα θα την έχω. Και το βράδυ που θα πάμε να φάμε στο γείτονα, πάλι γαμώ τις εμφανίσεις θα κάνουμε. Οι πιο ωραίοι θα είμαστε. Και θα της τα πάρω και τα σκουλαρίκια που της άρεσαν, το αξίζει. Θέλω να της συμπεριφέρομαι σαν ιππότης, τι ιππότης δηλαδή, αφού εγώ κατέχω το θρόνο έτσι κι αλλιώς. Όλα τα χατίρια θα της τα κάνω, αφού μπορώ. Η Βαγγελίτσα δεν είναι καμιά πατσαβούρα. Βλέπω στο δρόμο κάτι ξέκωλα ρε παιδί μου. Μα πώς είναι έτσι τα βλαμμένα, κουνιούνται πέρα δώθε, δε λέω για ένα πούτσο μια χαρά είναι, αλλά για σχέση, πα πα πα… Δεν έχουν επίπεδο, αλλά τι να πεις, δεν ξέρουν να ζουν ωραία. Με τη Βαγγελίτσα, συνεννοούμαι μια χαρά. Αναγνωρίζει αυτό που είμαι και το εκτιμάει κιόλας. Μπράβο ρε Βαγγελίτσα. Μεθαύριο λέω να την πάω να φάμε στο Τζι Μπι Κόρνερ. Ωραία, βασιλιάδες θα είμαστε.

Είναι και καλή στο κρεβάτι η Βαγγελίτσα. Μια χαρά είναι. Όταν ξαπλώνει πάνω μου και με κάνει κρεβάτι της, τότε μ’ αρέσει πιο πολύ από ποτέ. Έχουμε και ωραία παπλώματα και πολλά μαξιλάρια. Εγώ είμαι λίγο ακατάστατος, αλλά η Βαγγελίτσα είναι σωστή ακόμα και σ’ αυτό. Το δωμάτιο είναι πάντα τακτοποιημένο, με φροντίζει συνέχεια. Μου παίρνει και το τζόνσονς που μου αρέσει και με περιποιείται. Η μαμά μου είναι ήσυχη που είμαι με τη Βαγγελίτσα και λέει να μην τη χάσω τέτοια κοπέλα που με αγαπάει τόσο. Γιατί να τη χάσω; κανας μαλάκας είμαι; Θα την παντρευτώ τη Βαγγελίτσα και θα είμαι και σωστός μαζί της. Θα γίνει η μάνα των παιδιών μου.

Βλέπω κάτι φίλους μου, δεν ξέρουν που παν τα τέσσερα. Ψάχνονται όλη την ώρα, όλο γκρίνια και ανασφάλειες είναι. Τους φτύνει η μία, τους κυνηγάει η άλλη, όλοι είναι και γαμώ τους κολλημένους. Δεν ξέρουν να ζούνε βασικά, αυτό τους φταίει. Ούτε να αγαπήσουν δεν ξέρουν, φοβούνται οι μαλάκες. Αντί να βρουν ένα καλό κορίτσι, κάθονται και παιδεύονται. Το σαββατοκύριακο θα πάμε εκδρομή. Ωραία θα είναι στην εκδρομή. Τώρα που το σκέφτομαι λέω να αγοράσουμε κι ένα σκυλί Αγίου Βερνάρδου, να το έχουμε να το παίρνουμε μαζί στις εκδρομές. Ωραία θα είμαστε. Ωραία, μεγάλη, αγκαλιά θα κάνει το σκυλί Αγίου Βερνάρδου. Πολύ λαρτζ σκυλί, ένα τέτοιο θέλω.

Α! και τώρα που θα κατέβουμε στο κέντρο για ψώνια, να θυμηθώ να της πω να πάρει κι ένα καρό τραπεζομάντηλο για πικ νικ. Δε νοείται να μην έχουμε ένα τέτοιο. Όταν θα βγάλω λίγο περισσότερα χρήματα, θα αγοράσω ένα πέτρινο διώροφο σπιτάκι στο βουνό. Θα έχει ένα μεγάλο τζάκι και μπροστά από το τζάκι μία τεράστια βελούδινη πολυθρόνα, κόκκινη. Εγώ θα κάθομαι μπροστά στη φωτιά και θα λέω ιστορίες, φορώντας την καρό ρομπίτσα μου. Η Βαγγελίτσα θα ψήνει κουλουράκια. Βασιλιάδες θα είμαστε...

Βαγγελίτσααααα! Φέρε τις παντόφλες μου!

Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006

Καρκίνος

Είχε ξεκαθαρίσει στη μαμά, ότι αν η Αντωνία δε γύρναγε μέχρι την Κυριακή, θα σταματούσε να τρώει το φαγητό του.
Αμάν πια.

Πάλι τα ίδια. Ίσως αν δεν της είχε αγοράσει εκείνο το λουλουδάτο φόρεμα, να μην τον είχε καβαλήσει έτσι. Αλλά ήταν τόσο όμορφη μέσα σ’ αυτό! Πώς να μην της το πάρει; ήταν υπέροχη... Έξι μήνες... Έξι μήνες και τους πέταξε, όλη αυτή την προσπάθεια, τόσες στιγμές, τόσες αναμνήσεις, μια ζωή ολόκληρη, έξι μήνες! Μήπως να πήγαινε πάλι κάτω από το μπαλκόνι της για καντάδα; τι, όχι; γιατί όχι; μπορεί να συγκινηθεί αυτή τη φορά, αφού είναι η γυναίκα της ζωής του! Μέχρι και η μαμά κοντεύει να τον βαρεθεί. Όχι, αυτή τη φορά είναι σίγουρος! Αυτή είναι η γυναίκα της ζωής του.

Μα γιατί δεν καταλαβαίνουν οι γυναίκες; γιατί είναι τόσο αναίσθητες και κακές; μόλις βλέπουν ένα καλό παιδί, αμέσως να το εκμεταλλευτούνε, είναι πολύ σκληρές όλες τους. Σκυλιά είναι. Θα σταματήσει το φαγητό. Δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση. Γιατί δε γυρνάει πίσω; αφού την αγαπάει και θέλει να την παντρευτεί, θέλει να τρώνε μαζί κάθε μέρα. Είναι τόσο όμορφη σ’ αυτή τη φωτογραφία που της παίρνει ο αέρας τα μαλλιά, αχ, αυτές οι διακοπές ήταν τέλειες... αχ, δε θέλει τίποτα άλλο στη ζωή του, μόνο να την είχε κοντά του, είναι ένας άγγελος, πώς δεν το βλέπουν οι άλλοι, αχ δεν καταλαβαίνουν, δεν καταλαβαίνουν. Και οι άλλοι, είναι ρεμάλια, μόνο να πηδάνε θέλουν, κανείς τους δε θέλει να παντρευτεί, είναι που δεν έχουν γνωρίσει αυτή που θα είναι η μοναδική, γι’ αυτό τον κοροϊδεύουν. Δεν ξέρουν τι σημαίνει να γνωρίζεις τη μοναδική. Βέβαια, ο ίδιος έχει πηδήξει περισσότερες απ’ όσες έχουν πηδήξει όλοι μαζί οι υπόλοιποι. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Η Αντωνία είναι η καλύτερη. Αυτή θέλει να παντρευτεί. Κι αυτή έφυγε, η αναίσθητη.

Πριν από την Αντωνία, υπήρχε η Γιώτα. Αχ, η Γιώτα... Αυτή ήταν μεγάλη σκύλα επίσης. Αυτή κι αν τον σημάδεψε. Η Γιώτα ήταν η χειρότερη. Μπορεί και η καλύτερη. Τότε είχε κάνει απεργία πείνας τριών ημερών, μετά έκανε ένα διάλειμμα για δύο μέρες, γιατί είχαν μπάρμπεκιου στο σπίτι και περίσσευαν πολλά φαγητά και μετά ξανάρχισε την απεργία, αυτή τη φορά μόνο με γιαούρτια. Τη δέκατη μέρα, χτύπησε το κουδούνι και ήταν η Γιώτα με ένα γιαούρτι. Του το πέταξε στη μούρη γιατί είχε εκνευριστεί που για δύο εβδομάδες της έστελνε συνέχεια πίτσες στο σπίτι. Αφού από αγάπη το έκανε, γιατί εκνευρίστηκε;

Εντάξει, το πήρε απόφαση. Θα της έγραφε ποίημα. Δεν μπορεί, θα τη συγκινούσε. Το είχε κάνει και στη Μαριλένα αυτό και είχε πιάσει. Βέβαια και η Μαριλένα, μετά από δύο μήνες τα έφτιαξε με εκείνο το γορίλα, που δούλευε περιφρούρηση σε μέταλ συναυλίες. Τι βόδι. Καμία ευαισθησία. Η Μαριλένα είχε τα ωραιότερα πόδια σε όλη την Αττική. Είχε γράψει το ποίημα για τα πόδια της. Πολύ τον ενέπνεαν.

Αλλά τώρα υπάρχει μόνο η Αντωνία. Μήπως να πάει να τη ζητήσει κατευθείαν από τον μπαμπά της; αφού είναι τόσο αντιδραστική, δεν του μένει άλλη λύση. Δε θα τη ρωτήσει, θα πάει στον μπαμπά κι αν αυτός πει ναι, πάει τελείωσε. Δε θα μπορεί να αλλάξει γνώμη μετά. Και θα παντρευτούνε και θα είναι για πάντα μαζί! Ή μήπως να κάνει το άλλο με το αερόστατο; Να πάει να την πάρει από το σπίτι της με αερόστατο. Τι στο καλό, θα συγκινηθεί, δεν μπορεί!

Η μαμά λέει ότι είναι έτοιμος να κάνει ό,τι αηδία του κατέβει στο κεφάλι για την αγάπη και ότι τρώει τα μούτρα του αντί να φάει το φαϊ του να μεγαλώσει. Αυτός ξέρει μόνο ότι θα ήθελε στην επόμενη ζωή του να γενηθεί μισοφόρι.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

Δίδυμοι

Φτιάξε τη βαλίτσα σου. Φεύγουμε αύριο. Με πήρε πριν από λίγο, έχει τα εισιτήρια στο αεροδρόμιο, τρεις η ώρα πετάμε, δεν προλαβαίνεις να φας, θα φάμε εκεί αν είναι, ή μπορεί και να μη φάμε, εντάξει, σιγά, φάγαμε και προχτές έτσι κι αλλιώς…

Πρέπει να συζητήσω μαζί του γι’ αυτό που λέγαμε, αν είναι για το καλοκαίρι, πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε από τώρα, αν και τα είπαμε και προχθές... Έχει μερικές πολύ καλές ιδέες το άτομο. Δεν το περίμενα. Όταν τον γνώρισα πέρσι, άλλη εντύπωση μου είχε κάνει, άσε που τον είχα για δεξιό. Δεν είναι δεξιός όμως, είναι σωστός, χώθηκε τότε που έδιναν τις επιχορηγήσεις και έκανε την καλύτερη δουλειά. Εμένα μου είχε μιλήσει όταν ήταν ακόμα στο αρχικό στάδιο, μου είχε πει για το ταξίδι, μπράβο του, το είπε και το έκανε. Είχε δει και φωτογραφίες μου, μου το ‘πε κατευθείαν ότι αν την πάρει τη δουλειά, θα αναλάβω εγώ τη Μαδαγασκάρη. Κοίτα να δεις που το ήξερε ότι έχω κόλλημα με το μέρος… ωραίος, ωραίος... τα ‘λεγα εγώ…

Όχι δε θέλω σώβρακα μαζί. Τι να τα κάνω, με κόβουν, να θυμηθώ να του πω όμως, αυτό που μου είχε πει ο άλλος… Θέλω να του μιλήσω γι’ αυτόν τον τύπο που είχαμε γνωρίσει, τον θυμάσαι; αυτόν που τα είχε με τη μικρή; τον θυμάσαι; τρελός τύπος, αυτές είναι φωτογραφίες, αυτές μου τις είχε ζητήσει και ο τέτοιος, είναι μαλάκας εκείνος όμως, άστο, δε θα δουλεύαμε καλά έτσι κι αλλιώς μ’ αυτόν. Θέλω το κοπίδι μαζί μου, μην ξεχάσω το κοπίδι, έλα έλα τελείωνε βρε παιδί μου, θ’ αργήσουμε...

Άραγε πόσα να ζητήσω; εσύ τι λες; έλα μωρέ, δε με νοιάζει, πάμε και βλέπουμε, μόνο να μου μείνουν για να πληρώσω την εμφάνιση, χρωστάω τους τελευταίους τρεις μήνες, θα με κυνηγάει το παιδί, δε θέλω ρε γαμώτο να τον φέρνω σε δύσκολη θέση. Τι σου είναι όμως, με συμπαθεί πολύ αυτός, εκπληκτικό άτομο, ωραία, ωραία, καλά πάμε. Θα δουλέψουμε τώρα και μετά θα πάρουμε το τζιπ και θα πάμε να δούμε τους ερωδιούς. Τέλειοι θα είναι οι ερωδιοί ε μωρό μου; Τη θυμάσαι την έκθεση εκείνου του Ρώσου; τι είχε κάνει το άτομο, απίστευτος τύπος, τι αντοχή ήταν αυτή, οδηγούσε δεκατέσσερις ώρες, μόνο με μία στάση! Φοβερός, αφού όταν φτάσαμε στην Άγκυρα, βγήκε από το αμάξι και ξάπλωσε στην άσφαλτο, τον είχα πάρει, που τις έχω αυτές, ωραίες ήταν...

Α, μου είπαν και για το χειμώνα, μου πρότειναν να είμαι στην επιτροπή, καλά μια χαζοεπιδότηση σου δίνουνε, αλλά δεν πειράζει, θα πάω μάλλον, είναι και παιδιά, ωραίο θα είναι αυτό... δεν είναι εκπαιδευτικό, απλώς δίνεις κατευθύνσεις στους νέους, και καλά, ωραία θα είναι με τα πιτσιρίκια, πολύ θέλω, έχουν πει σε μένα και σε άλλους τρεις μέχρι τώρα, πέντε είναι οι θέσεις συνολικά. Και ο άλλος που μου το είπε, είναι πρόεδρος και είναι πολύ εντάξει, θυμάσαι; που είχαμε δουλέψει και στο εργαστήρι του αλλουνού; είχε συμμετοχή τότε, αν πάει καλά φέτος, του χρόνου θα κάτσουμε παραπάνω, μπορεί και να του πω να μου βρει σπίτι εκεί, να μένουμε όλη την εβδομάδα. Το αμάξι άσ’ το φορτωμένο. Έτσι κι αλλιώς σε δύο μήνες θα γυρίσουμε. Καλά έχω κάτι ιδέες για την έκθεση μετά, μόνο να τα πάμε καλά μ’ αυτόν, αν με στηρίξει, θα σκίσουμε, θα κάνουμε πολύ ωραία πράγματα, μπλα μπλα μπλα, άστο ρε παιδί μου, τι το θες αυτό μαζί; μόνο το κοπίδι πάρε, α και βρες και εκείνο το σεντόνι που τυλίγουμε τα γυαλιά, να το πάρω αυτό, πρέπει να του μιλήσω γι’ αυτό και για κείνο και το παράλλο, μην το ξεχάσω… (θα το ξεχάσω).

Ποιά; πού; ποιά λες τώρα; όχι δε θυμάμαι, μήπως είναι του αδερφού μου; όχι δεν την ξέρω την κοπέλα, καμιά γκόμενα του Γιώργου θα είναι βρε μωρό μου, άγνωστη μου είναι... μπα... δε θυμάμαι. Όχι, όχι... μα αυτές αποκλείεται να τις έχω πάρει εγώ, αφού είναι γυαλιστερές, θα τύπωνα εγώ έτσι βρε συ; μα χαζούλα είσαι; έλα, μα δεν την ξέρω σου λέω, έλα και αργούμε τώρα... α! μανταλάκια να πάρουμε μαζί!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Ταύρος

...καύλα, καύλα σου λέω... είναι καύλα το γκομενάκι, αν την είχα εδώ τώρα, δε θα ‘βρισκε τρόπο να φύγει... πρέπει να κανονίσω κάπως να την απομονώσω σε κανα νησί, θα την πάρω με το σκάφος και θα την πάω κάπου να την έχω μόνο εγώ... δε θα γλιτώσει το μαλακισμένο, μόλις ξεμπλέξω λίγο με τη δουλειά, θα την πάρω και θα φύγουμε, θα την απαγάγω. Τώρα που το σκέφτομαι, ωραία θα ήταν να της έδινα κι ένα χέρι ξύλο… ακούς εκεί ρε μαλάκα... έχει πιαστεί το χέρι μου με τις τσόντες, σε λίγο δε θα μπορώ να πιάνω ούτε το μπουκάλι, συνέχεια τη σκέφτομαι, δε γλιτώνει το πουτανάκι, το παίζει και δύσκολη, θα φάει ένα ξύλο όταν την πετύχω και θα της αρέσει κιόλας, θα θέλει κι άλλο...

Βαρέθηκα με την τηλεόραση, αει στο διάολο. Είναι και μυστήρια ρε πούστη μου. Αφού της λέω ποιός είμαι, τι έχω και στ’ αρχίδια της ρε μαλάκα. Δεν ξέρει τι θέλει το μαλακισμένο, έχει εμένα και δεν ξέρει τι θέλει... Είναι τελείως ηλίθια, από άλλο κόσμο είναι, το παίζει όμως, την έχω πιάσει. Καλά, καλά... κάτσε να τον φάει και μετά θα τη φτιάξω εγώ... Ούτε βήμα δε θα την αφήνω να κάνει, θεά θα την έχω, τίποτα δε θα της λείπει, πού θα σηκωθεί να φύγει μετά, όλα θα τα ανέχεται... Αφού θα της τα δώσω όλα, εγώ τα δικά μου θα τα κάνω έτσι κι αλλιώς, δε θα θέλω να την πηδάω και για μια ζωή… κάτσε να την εγκαινιάσω τώρα και μετά τα λέμε. Δε μου ξεφεύγει το ψώνιο. Τελείωσε, ερωτεύτηκα. Σιγά μην τη ρωτήσω κιόλας, δικιά μου είναι, εγώ ερωτεύτηκα.

Τι μαλακισμένες είναι όλες. Όλες. Εκτός από τη μάνα μου και την Ελένη, όλα τα πουτανάκια ίδια είναι, νομίζουν ότι θα με σύρουν από το μουνί τους, σιγά την αγκύλωση, μαλακισμένα... Πού θα μου πας ρε βλαμμένο, θα δεις, αφού σε αγαπάω ρε ζώο, αφού αν μου τα ζητήσεις, στα δίνω όλα, με έχεις, κάτσε όμως... Από δω κι από κει όλη την ώρα, αντί να δέσεις τα πόδια σου γύρω μου, μαλακισμένο, δεν ξέρεις τι θες. Κάνεις και φιγούρα, σε μένα. Αφού στο είπα, από την πρώτη στιγμή που σε είδα, με έχεις. Αρκετός είμαι. Κάθεσαι και με φλομώνεις στη θεωρία, βλάκα. Αντί να πάμε να φύγουμε να πηδιόμαστε όλη την ώρα μέχρι να σε βαρεθώ.

Θα πάω να αγοράσω μεγαλύτερη τηλεόραση, αυτή είναι πολύ μικρή. Δεν ξέρει τι θέλει το μαλακισμένο, τώρα θα καταλάβει όμως, θα μου κάτσει και θα καταλάβει. Όλος ο αέρας της τρόμπας της δε θα φτάνει για να τη σώσει. Θα καταλάβει τι σημαίνει να τη βάζουν κάτω. Δε θα θέλει να ξεφύγει μετά, εγώ την αγαπάω. Θα μάθει πώς αγαπάνε, δεν μπορεί να τις πουλήσει σε μένα τις ιδέες της, αέρας είναι, δεν τρώω αέρα εγώ. Εγώ θα την ακινητοποιήσω... και δε θα έχει περάσει και καλύτερα σε όλη της τη ζωή.

Μιλάει όμως μ’ ένα τρόπο ρε μαλάκα. Δεν έχω ξανακούσει γκομενάκι να μιλάει έτσι, το ψώνιο... άσε που δεν ξέρει ότι είναι ωραία, αυτό με καυλώνει ακόμα πιο πολύ... Δεν είναι σαν τις άλλες, αφού τις ξέρω τις γκόμενες, αυτή δεν είναι σαν τις άλλες. Αλλά νομίζει ότι έχει πάντα δίκιο και με θυμώνει το βλαμμένο. Λέει ότι δεν τη νοιάζει να με έχει,

εγώ δε ρωτάω αν με θες κοπέλα μου, εγώ σου λέω ότι με έχεις.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006

Κριός

Πνίγομαι, πνίγομαι, πνίγομαι. Είναι όλα τακτοποιημένα. Μετά από 8 χρόνια συνεχούς και αδιάλειπτης προσπάθειας, έχω τακτοποιήσει τα πάντα. Δουλεύω σαν σκύλος. Θα τα διαλύσω. Της το είπα ότι την έχω ανάγκη, το θυμάμαι. Δεν έπρεπε να το έχω κάνει αυτό. Πήγα κι έβαλα μόνος μου τρικλοποδιά στον εαυτό μου. Μόνο και μόνο για να έχω κάποιον να με περιμένει όταν γυρνάω από το ψάρεμα. Γιατί την έκανα αυτή την παπαριά; Αφού μόνος μου ήθελα να πηγαίνω, μόνος μου να γυρνάω από το ψάρεμα. Γιατί την έκανα;

Θα της πω ότι θα φύγω για μερικές μέρες. Θα πάω στο χωριό μου να δω τη μάνα μου. Ναι, θα πάω στη μάνα μου, να μου τα πρήζει αυτή για ένα διάστημα. Ή μήπως να πάω στο Άγιον Όρος; τι θέλω; αυτό δε θέλω; να ξαναβρώ τη δημιουργικότητά μου, δεν έχω κάνει τίποτα όλον αυτό τον καιρό. Δεν έγραψα τίποτα, δεν έπαιξα τίποτα, δεν τραγούδησα, έχω στερέψει. Δε μου άφησε ούτε ένα δευτερόλεπτο ελεύθερο με όλες αυτές τις δουλειές. Δεν μπορώ να ζήσω εγώ έτσι, χωρίς να κυνηγάω τίποτα. Και τώρα όλοι με κυνηγάνε.

Θυμάμαι τη μέρα που τη γνώρισα. Έλαμπε, όντως. Είναι πολύ όμορφη κοπέλα. Κοπέλα, τι βλακεία. Εντάξει, είναι όμορφη, είναι και έξυπνη. Και με αγαπάει. Θυμάμαι που σκέφτηκα, ότι αν δε με καταλάβει αυτή, κανείς ποτέ δε θα μπορέσει να με καταλάβει. Εντάξει, πάλι δίκιο είχα. Με κατάλαβε. Τα χάλια μου είχα, ελεεινός ήμουνα τότε, είχα κι ένα άθλιο μαλλί. Της τα ‘φερα ωραία όμως: της είπα τι να περιμένει από μένα (τίποτα δηλαδή), τι ζητάω εγώ απ’ αυτή (τίποτα), τι θα ήθελα να κάνουμε μαζί (τίποτα), που να πάμε (πουθενά), τι να φάμε (τον αέρα). Ήξερε τις ανάγκες μου, άρα γιατί να με κατηγορήσει τώρα αν της πω ότι θα φύγω; για πόσο θα φύγω; που να πάω;

Δε γίνεται έτσι δουλειά. Δε γίνεται. Αισθάνομαι σκλάβος, δεν είμαι έτσι εγώ. Δεν είναι αυτό το «εγώ» μου. Φτιάξαμε το σπίτι όμως. Δε θα είχα πρόβλημα να το πουλήσω αύριο κιόλας. Αλλά πώς θα της το πω; είναι και δικό της, αυτή μπορεί να το θέλει ρε γαμώτο. Πρέπει να πάω για ψάρεμα. Μόνος μου. Και να μη γυρίσω. Θα πάω για ψάρεμα εκεί στη ΔΕΗ, θα πω στο Μιχάλη να μου δώσει το βαρκάκι, θα μπω μέσα, θα τρέφομαι με το δόλωμα και θα κινήσω για το Άγιο Όρος. Άραγε πόσες μέρες θα μου πάρει; να μην ξεχάσω να πάρω επίδεσμο για το πόδι μου. Μην ξεμείνω. Ορίστε, ακόμα σκέφτομαι για τον εαυτό μου.

Θα με περιμένει να γυρίσω. Θα είναι στο σπίτι και θα φοράει και την ποδιά της. Δεν το αντέχω αυτό το πράγμα. Πώς έγινε έτσι; δεν μπορώ να την αφήσω, την έμπλεξα. Έμπλεξα. Δεν είμαι ευτυχισμένος. Τακτοποιήθηκα. Δεν είμαι ευτυχισμένος. Ας ήξερα τουλάχιστον αν την αγαπάω. Με αγαπάει τόσο εκείνη, που δε μου αφήνει καν το χρόνο να αναρωτηθώ αν την αγαπάω εξίσου. Έμπλεξα.

Και δεν μπορώ να πάω με άλλη. Δεν έχω δυνάμεις, το προσπάθησα και βαριόμουν, το είδα. Είμαι υπερβολικά κουρασμένος. Δεν μπορώ να πάω και μ’ αυτή όμως, αφού είναι η γυναίκα μου τώρα, είναι ανούσιο να πάω μαζί της, αυτά είναι παράλογα πράγματα. Αν δούλευα για άλλους 6 μήνες, θα αγόραζα επιτέλους το φουσκωτό. Αλλά μετά τι θα το έκανα, θα το πουλούσα και θα πήγαινα εκείνο το ταξίδι στην Ισπανία. Έχω μια ακατανίκητη επιθυμία να δω ταυρομαχίες. Θα της το πω. Θα της πω ότι θα πάω για λίγο καιρό να δω ταυρομαχίες. Θα καταλάβει. Με ξέρει. Θα στέκεται μπροστά στην κουζίνα, θα της χτυπήσω τον ώμο, θα γυρίσει, θα με κοιτάξει και θα της το πω: θα πάω για λίγο καιρό στις ταυρομαχίες. Θα λυπηθεί. Μπορεί να νομίζει ότι είμαστε ευτυχισμένοι, γαμώτο, θα φοράει και την ποδιά της…

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006

είμαι εγώ αυτό?

Πολύς λόγος γίνεται για το μηχανισμό της προβολής στις ερωτικές σχέσεις. Διάφορες σύγχρονες προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι: ό,τι μας τη σπάει στον άλλο, αποτελεί δικό μας ιδιαίτερο γνώρισμα. Ένα είδος διαστρεβλωμένης χαζομάρας.

Άλλες προσεγγίσεις, το βλέπουν πιο μετωπικά το θέμα: θέλουμε το έτερο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ανεστραμμένη αντίληψη του έρωτος, λίγο αντιδραστική. Αν εσύ είσαι πουριτανός, το κορίτσι σου οφείλει να είναι πορνοδιαστροφικό, αν εσύ είσαι πτωχή, το αγόρι σου να είναι ζάπλουτο και άλλα τέτοια (αυτές θεωρούνται και λίαν επιτυχημένες σχέσεις, ειδικά αν όλα τα πλούσια αγόρια παντρευτούν φτωχά κορίτσια, εγγυώμαι προσωπικά μία καλύτερη πορεία του κόσμου).

Οι δύο παραπάνω προσεγγίσεις δεν αναιρούν η μία την άλλη, αντιθέτως θα μπορούσαν να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος είναι εκ γενετής διχασμένος και ακόμα και στα πενήντα ικανός να μπερδεύει το αριστερό με το δεξί.

Κάποτε είχα μία τεράστια διαφωνία με το αγόρι μου το οποίο επέμενε να υποστηρίζει ότι το λεμόνι είναι λαχανικό. Θυμάμαι ότι όποτε ερχόταν αυτό το θέμα στη συζήτηση προσπαθούσα ευγενικά να τον πείσω ότι το λεμόνι, αν είναι κάτι, είναι φρούτο εσπεριδοειδές, αλλά αυτός επέμενε. Το ζήτημα επανερχόταν ανά τους μήνες και τα χρόνια σε βαθμό εκνευριστικό, οπότε αποφάσισα να το συζητήσω και με κάποιους άλλους ανθρώπους, την καλύτερή μου φίλη, την τότε εργοδότριά μου και μερικούς γνωστούς που εμπιστευόμουν τη γνώμη τους. Προς έκπληξή μου διαπίστωσα ότι αρκετοί είχαν την ίδια λανθασμένη άποψη για το λεμόνι, ένιωθαν αμηχανία, ή ό,τι αν μη τι άλλο, αμφισβητούσαν το γεγονός ότι είναι φρούτο. Εγώ από την άλλη, δεν ήθελα να το τραβήξω στα άκρα, ούτε να χωρίσουμε, ίσα-ίσα, αλλά κάθε φορά που μιλούσαμε γι’ αυτό ένιωθα μέσα μου μεγάλη ενόχληση γιατί δεν πίστευα ότι ο άνθρωπος που ήμουν ερωτευμένη μπορεί να είναι τόσο αφελής.

Μετά από μεγάλη ανάλυση, κατέληξα στο δύσκολο συμπέρασμα, ότι κι εγώ ήμουν εξίσου ισχυρογνώμων και δύσκολη για μπούρδες και ότι αντί να εκνευρίζομαι, θα έπρεπε να αντλώ ευχαρίστηση από το γεγονός ότι τουλάχιστον τσακωνόμασταν για κάτι, άρα είχαμε σχέση (γιατί αν δεν τσακώνεσαι, αυτό δεν είναι σχέση) και ειδικότερα για το ίδιο πράγμα, δηλαδή το λεμόνι (αλλά αυτά τα καταλαβαίνεις μετά και μετανιώνεις, ποτέ εκείνη τη στιγμή που σε πνίγει το δίκιο).

Οδηγούμαστε έτσι στο εξής δίδαγμα: αν ισχύει η α’ προσέγγιση τότε ό, τι νομίζουμε ότι μας κάνει ο άλλος, το κάνουμε εμείς πρώτα. Το λεμόνι είναι φρούτο. Άρα ας ιδρύσουμε μία αδελφότητα όπου ο καθένας θα κρατάει μπροστά στη μούρη του ένα καθρέφτη και όλοι μαζί θα τσακωνόμαστε ανά δυάδες για ό,τι μας ενοχλεί. Είμαι πιο πολύ της β’ της ανεστραμμένης.


αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται εδώ, τότε η άλλη μισή -πάντα- στην Κίνα βρίσκεται



Και επειδή τώρα που το ξαναδιαβάζω, δε βγάζει νόημα πάλι ως συλλογισμός και για να μην πάει χαμένο το π@#$%οστ – θα το κάνω ντενεκέ και θα πετάξω μερικές ενδιαφέρουσες άσχετες ιδέες:

α. αυτές οι όμορφες φωτογραφίες από την Κίνα που βρήκα πολλές

β. χρόνια πολλά στον ισχυρό που είχε χθες τα γενέθλιά του και ζήτησε για δώρο ένα αυγό βραστό και στον αδερφό μου που τα έχει το Σάββατο.

γ. τα παιδάκια στην Κίνα πρέπει να ζουν πολύ κοντά το ένα στο άλλο (ποπο!)

δ. το συνδυασμένο αντιβιόγραμμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει ως ιδέα πριν καταφέρω να πάθω δύο ασθένειες ταυτοχρόνως.

ε. ποτέ δεν είχα κάτι με το νικ κέιβ, αλλά πιστεύω ότι το τραγουδάκι του “there she goes my beautiful world” ταιριάζει πολύ με αξέχαστες ποδοσφαιρικές στιγμές, το ίδιο πιστεύουν και στο itv.

στ. εγώ γιατί παρακολουθώ αξέχαστες ποδοσφαιρικές στιγμές με τέτοια προσήλωση;

ζ. αυτά, αν θυμηθώ κάτι …