Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2005

To Prits 23

To Prits
ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ


Τεύχος 23: αφαίρεση & έμφαση στη λεπτομέρεια

• πώς θα ζήσουμε επιτέλους καλύτερα.
• ανεκτικότητα & υποχονδρισμός: οι 2 επιλογές που μας υποδέχτηκαν στο ξέφωτο.
• θα ζήσουμε όμως μετά την προδοσία ή όχι; για να ξέρουμε.


Απλά μαθήματα για το πώς να μάθετε, να μη θέλετε να κάθεστε μόνοι σας.

Είναι πολύ απλό τελικά το να ισχυρίζεσαι ότι κάποιος που παραπονιέται για τη μοναξιά του «απλώς θέλει να είναι μόνος του». Όλοι έχουμε ακούσει πολλές φορές το συγκεκριμένο επιχείρημα όταν πιάνουμε τους εαυτούς μας να γκρινιάζουν για την καρμοιριά τους σε οικείους ανθρώπους, εκτοξεύοντας παράλληλα απειλές κατά της ανθρωπότητας και καταλήγοντας σε αμετάκλητα συμπεράσματα περί της σκληρότητας του κόσμου.
Αν ειδικά έχουμε την τύχη να έχουμε πολύ ειλικρινείς, έως κυνικούς φίλους, είναι βέβαιο ότι θα έχουμε έρθει αντιμέτωποι με τέτοιου είδους απόψεις αρκετές φορές. Λες εσύ: «βαριέμαι που ζω, κανείς δε με αγαπάει, είμαι μόνη μου σε αυτό τον κόσμο, υπάρχει ματαιότητα και έχει κάνει μάλιστα κατάληψη στην κουζίνα μου, διαμαρτύρεται προφανώς για το χαλασμένο μπέικον που κρατάω εδώ και 2 ½ μήνες στην κατάψυξή μου. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;». Και σου απαντάει η φίλη σου:

«δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν να παραπονιέσαι. Εσύ έχεις επιλέξει να ζεις έτσι. Αφού δε θες κανέναν, είναι προφανές. Να κάτσεις σε κάποιον αξιοπρεπώς και να πάψεις να παραπονιέσαι. Να κοίτα εμένα με τον Τάκη: με παίρνει τηλέφωνο κάθε νύχτα/ για να μου πει καληνύχτα/ με παίρνει κάθε μέρα/να μου πει καλημέρα»

(παραλείπει το στοιχείο ότι αν δεν την πάρει, κινδυνεύει να πηδήξει από τον πέμπτο όροφο 3 φορές τη μέρα μετά το φαγητό για να χωνέψει). Και σκέφτεσαι εσύ: «μμμ, γαμώ». Άσε μωρέ. Ας φτιάξουμε καμιά καρμπονάρα με το χαλασμένο μπέικον.
Σε στιγμές ανώτερης απόγνωσης διερωτάσαι: «ρε μπας και έχω κάτι στραβό; μήπως έχουν δίκιο; είμαι ο ανθρωποδιώχτης; ποιός είμαι; ποιά η εθνικότητά μου, μα που είμαι τελοσπάντων δημότης; πού ψηφίζω; γιατί δε με βρίσκουνε στους εκλογικούς καταλόγους ποτέ, ενώ τραβιέμαι σαν ηλίθιος να ψηφίσω; ας μου απαντήσει κάποιος αρμόδιος!».
Δεν ξέρω που βρίσκεται η αλήθεια πάνω σε αυτό το θέμα. Πιστεύω ότι το βάρος της ανυπαρξίας της σχέσης, είναι ακριβώς το ίδιο με το βάρος της ύπαρξής της. Αλλά ακριβώς μιλάμε. Και δόξα σοι ο Θεός, έχω μερικές φίλες που συμφωνούν απόλυτα σε αυτό το σημείο.
Κατά τα άλλα, όλοι και όλες αμφιβάλλουνε σ’ ένα βαθμό για το βαθμό της επάρκειάς τους, απέναντι στην οποιαδήποτε περίσταση. Π.χ. αν έχουν σχέση, διερωτώνται ακαταπαύστως πού είναι και τι κάνει ο άλλος τι στιγμή που δεν είναι μαζί τους. Αν δεν έχουν σχέση, διερωτώνται γιατί κανείς δε βρέθηκε να θέλει να κάτσει μαζί τους. Και το μεγαλύτερο παράδοξο, προκύπτει σε αυτό ακριβώς το σημείο: εκεί που σου λένε «βρέθηκε και δεν τον ήθελες εσύ». Μπα; τι μου λες;
Κοίτα να δεις. Πρόκειται για αφελή θεώρηση. Αυτός που βρέθηκε και ήθελε, ήταν κατά κανόνα ακατάλληλος για το ρόλο. Όπως ακριβώς, γι’ αυτόν που ήθελα εγώ, ήμουν πλήρως ακατάλληλη και δεν πέρασα ούτε καν στους 10 της οντισιόν. Μιλάμε για μαθηματικούς κανόνες της φύσης, άννα (μαμά) μην κλαις, στο ντουλάπι, δεν έχει ψίχα ψωμί, αλλά, ο στρατός ξεκινά, θα γυρίσω ξανά.
Δε θέλω να ακούσω άλλες αηδίες περι αμοιβαιότητας και λοιπών μπαρουφών. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση των σχέσεων, εξηγεί σαφέστατα τη λειτουργία των δυνάμεων και πρέπει πάντα να κρατάμε υπόψην το τελικό αποτέλεσμα, που οφείλει να είναι μηδέν (0). Και για να είναι μηδέν, οφείλει ο ένας να θέλει περισσότερο και ο άλλος να θέλει λιγότερο. Ή ο ένας να θέλει πάρα πολύ και ο άλλος καθόλου. Τώρα υπάρχει και η περίπτωση, να είναι δύο (2) και να μην έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν, ή να είναι δύο (2) και να ψάχνονται με βοηθήματα παντός τύπου, αλλά και πάλι, πάθος δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει η απαραίτητη υψομετρική διαφορά που θα κινητοποιήσει τις θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ούτως ώστε να πέσει ο ένας από τους δύο κάτω λόγω της βαρύτητας και να ακουστεί ένα τουλάχιστον αξιοπρεπές «μπαμ».
Μην ακούω βλακείες για σχέσεις βαρεμάρας που και οι δύο έχουν συναποφασίσει να συνυπάρχουν αρμονικά. Ο ένας κοροϊδεύει και ο άλλος ανέχεται. Είναι μόνοι τους και απλώς έχουν επιλέξει να συναινέσουν ο ένας στην ψευδαίσθηση του άλλου περί συντροφικότητας. Κατά βάθος βαριούνται και απλώς αρνούνται να το μάθουν. Οι υπόλοιποι φυσιολογικοί, δήθεν έχουν κάτι να κάνουν τα Σάββατα, δήθεν συνυπάρχουν στα δευτερόλεπτα που κάνουν διάλειμμα από το άγχος που τους προκαλεί η επιτακτική ανάγκη τους να «συνυπάρξουν», ή απλώς ικανοποιούν ορμόνες που τους έχουν πείσει να αναπαραχθούν ή δεν μπορούν να κάτσουν μόνοι τους γενικώς. Κατά τα άλλα, βαριούνται εξίσου.
Υπάρχει μία πολύ ωραία ταινία, που λέγεται “Donnie Darco”. Έχει πολλές ιδέες μέσα, αλλά η βασικότερη (με ό, τι σειρά τις πάρει κανείς), είναι η εξής: «κάθε πλάσμα σ’ αυτό τον κόσμο πεθαίνει μόνο του». Κάθε πλάσμα σ’ αυτό τον κόσμο, πεθαίνει μόνο του. Θ’ ακολουθώ άλλες σημαίες, ο στρατός ξεκινά. Είναι πολύ λίγο.
Και για να μην υπάρξουν αμφιβολίες: είναι πολύ λίγο. Και ο στρατός και οι σημαίες είναι λίγες. Δεν υπάρχει λέμε, όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε, τόσο ευκολότερα θα ζήσουμε. Το να βασίζεις την ευτυχία σου σε άλλον άνθρωπο είναι το μέγιστο φιάσκο που μπορεί να σου συμβεί κι όμως το κάνεις και το κάνεις και το κάνεις, ξανά και ξανά και ξανά.

Να το ασπαστώ έτσι όπως είναι,
ή να βρω το λάθος?

Όταν ο άνθρωπος είναι ελλατωματικός, προσπαθεί διακαώς στις καθημερινές του συναναστροφές να εντοπίσει και τα ελλατώματα των άλλων, προκειμένου να τους διατηρεί «ελλατωμένους» στα μάτια του και να μην τους έχει ανάγκη. Όταν δε βρίσκει ελλατώματα σε κανέναν, τότε δεν έχει και καμία ανάγκη.
Ακόμα όμως και αυτή η κατάσταση πληρότητας, είναι πιθανό να προκαλέσει στο άτομο αισθήματα κατωτερότητας, αφού το καθιστά κατά κύριο λόγο αδρανές και μη υποσχόμενο στον εαυτό του αυτό το απαραίτητο λάθος, η μελέτη του οποίου οδηγεί σ’ εκείνα τα ανώτερα επίπεδα ύπαρξης, όπου απενδεδυμένος από τη διδακτορία της επιθυμίας και του εγωισμού, ψαρεύεις εις τους αιώνες των αιώνων αμήν.
Επομένως και μη συμπερασματικά, όταν όλα πηγαίνουν καλά, προσπαθούμε να βρούμε το λάθος και όταν όλα πηγαίνουν χάλια, προσπαθούμε να μην το βλέπουμε. Δύσκολα κάποιος μπορεί να ηρεμήσει μέσα στο «όπως είναι», διότι ακόμα και αυτό, το απόλυτο τίποτα, κρύβει ορισμένα λάθη μέσα του.
Η πρώτη λύση που προτείνεται για την αποφυγή του εκνευρισμού που προκαλεί η εγγενής ηθική ατέλεια του ανθρωπίνου είδους, είναι η ίδια η αποφυγή της συναναστροφής με το είδος – ή αλλιώς μόνωση. Για να μονωθείτε με επιτυχία, θα πρέπει αρχικά να είστε επαρκώς φεντ απ με τις κατινιές των αλλονών και να μην τους συμπαθείτε καθόλου. Δευτερευόντως, θα πρέπει να προμηθευτείτε δεκάδες χάρτινες αυγουλιέρες και να τις κολλήσετε επιμελώς στον τοίχο και το ταβάνι σας, προσέχοντας να μην αφήσετε πουθενά κενό.
Αν η μόνωση σας προκαλεί αίσθημα εγκλωβισμού, δεν έχετε παρά να ασπαστείτε το χριστιανισμό και να μελετήσετε τις διδαχές των πατέρων της εκκλησίας, σύμφωνα με τις οποίες οφείλουμε να αγάπαμε τους ανθρώπους ως λάθη και όχι τα λάθη ως ανθρώπους, διότι οι άνθρωποι έχουν ορθογραφία ενώ τα λάθη όχι.
Τώρα στην περίπτωση που έχετε κουραστεί κι εσείς ο ίδιος να παρατηρείτε τα λάθη γύρω σας και θέλετε να ανακουφίσετε τον εαυτό σας από τη διαρκή κριτική που εκτοξεύετε στους άλλους, μπορείτε απλώς να βγάλετε το σκασμό. Διότι πρέπει να είστε πολύ ηλίθιος να πιστεύετε ότι οι άλλοι δεν έχουν σκεφτεί ποτέ να αντιμετωπίσουν εσάς με αυγουλιέρα.
Τέλος, αν είστε ζεν τύπος και το παίζετε ότι δε σας απασχολούν όλες αυτές οι μικρότητες και ότι κινείστε σε ανώτερες σφαίρες, προσέξτε μην πέσετε. Σβήστε το επιτέλους το γαμήδιδι-δι, μια ιδέα είναι. Πείτε ένα τραγουδάκι, αντί πάλι τα ίδια.
Πάντως συμπερασματικά τώρα, είναι πολλή πιο δύσκολη σπουδή η βαρεμάρα από τον εκνευρισμό. Το να ενοχλείσαι από το λάθος που περιβάλλεις με τη γνώμη σου, είναι πολύ πιο ανώδυνο από το να βαριέσαι και το λάθος και το περιβάλλον μαζί και την ίδια σου την ενόχληση. Το «όπως είναι» είναι δυνητικά πιο βαρετό. Άρα το ζεν είναι ένα συγκεκαλυμμένο «δεν» που καταντεί βλακώδες. Αυτή η ησυχία που σέρνει πίσω του είναι και πολύ αυγουλιέρα μιλάμε.
Επομένως: πειραματικά πάντα, αν προσθέσουμε το «δεν» με το «όπως είναι», θα βγάλουμε άθροισμα 3. Το τρία, ο απόλυτος χριστιανικός αριθμός, ισούται με τη σειρά του με «το δε ‘πα να». Η φιλοσοφία του «δε ‘πα να», είναι πολύ απλή στην εφαρμογή της και συνδυάζει τα πλεονεκτήματα της απλής αντίδρασης με τις αρετές του ζεν. Δίνει τόπο στην παρατήρηση, δεν παρεμποδίζει την έκφραση του θυμού και έχει όλη τη δυναμική ενός ωραίου φτυσίματος. Φτου και πάλι λοιπόν.



A S/S (Steven Stefanopoulos) production, in association with “The Prits”:


the DVD Dinner

Το Απαυτό (τρόμου και πολιτικής φαντασίας)

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο- τερατούργημα του Stephen Thin, η νέα ταινία του πρωτοπόρου σκηνοθέτη, σεναριογράφου, αρθρογράφου, πολιτικού συντάκτη και ορθοπεδικού, Θεόδωρου Ζαχαρορουσόπουλου. Θέμα της μια αναπάντεχα αποτυχημένη κυβέρνηση, βασισμένη στην ατυχία και το συνεχές λάθος. Ένας άνθρωπος με τιμή και χάρη, θα ορθώσει το μικροαστικό ανάστημά του και θα γίνει εκπρόσωπος τύπου αυτής της χαώδης πολιτικής ακράτειας, δίδοντας ψευδή στοιχεία και σενάρια στους χαμηλής νοημοσύνης δημοσιογραφίσκους, οι οποίοι όταν με τη σειρά τους, κάνουν τις ερωτήσεις τους, βρίσκονται αντιμέτωποι με το σκοτεινό και παραμορφωμένο προσωπείο της άνευ νοήματος και σχέσης απάντησης και της αδιαφορίας. Το τείχος που υψώνει ο πρωταγωνιστής ανάμεσα σε λαό και πολιτική χαίρει απαράμιλλης αναξιοκρατίας, κερδίζοντας έτσι χρόνο ώστε να μοιραστούν τα λιγοστά κέρδη που τους αποφέρει η λιγόχρονη εξουσία. Στο ρόλο του εκπροσώπου του τύπου, ο Ευάγγελος Μαντώναρος, στην παρθενική του απόπειρα να διαδοθεί το υποκριτικό του ταλέντο, και να προταθεί για τον επόμενο διαγωνισμό της Eurovision.

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home