Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2005

Τεύχος 16

To Prits

ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

τεύχωχχχ 16: Ο Φόβος.

· Θάρρος & Αλήθεια.

· Φοβάμαι πολύ να δοκιμάσω το γλυκό. Μήπως θέλει κανείς να φάει πρώτος;

· Φτάνει.



Το Θάρρος και το απλώς «μη θάρρος».


Μίνι σπουδή στη δύναμη που είναι τελείως περιττή


Δε δικαιούμαστε να κατηγορούμε τους ανθρώπους ως δειλούς. Δε δικαιούμαστε, γιατί ούτε ξέρουμε τι βάσανα κουβαλάνε, ούτε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τον ακριβή προσανατολισμό τους ως προς την κατεύθυνση που θέλουν να ακολουθήσουν στη ζωή τους, ακόμα κι αν αυτή βγάζει κατευθείαν σε αδιέξοδο (κι εμείς το βλέπουμε, ως πιο σοφοί), αν όχι σε βαθύ χαντάκι.

Οι συνθήκες της ζωής είναι δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες. Ο κόσμος υποφέρει, παιδάκια πεινάνε, άνθρωποι μένουν στο δρόμο, χθεσινό φαγητό πετιέται, τη στιγμή που ο άλλος το έχει μεγάλη ανάγκη. Γιατί δεν καταφέρνουμε παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες να πείσουμε ο ένας τον άλλον ότι υπάρχει τελικώς ελπίδα; Γιατί άραγε δεν καταφέρνουμε να ανταπεξέλθουμε ούτε στις πιο ταπεινές προσδοκίες του εαυτού μας απέναντι στον εαυτό μας; Γιατί δεν αντιμετωπίζουμε τη ζωή με θάρρος; ή έστω με θέρος;

Η ιδέα της δύναμης συνδέεται με την ιδέα της ανεξαρτησίας και της αυτάρκειας; ο δυνατός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που έχει τον απόλυτο αυτοέλεγχο, ή είναι τούτος που καταφέρνει να επιβάλει τα θέλω του επειδή μερικοί γονείς συνήθιζαν να τον κυνηγάνε με το κουταλάκι για να φάει το αυγό του; Το θάρρος είναι μια αλλοτροπική μορφή του πείσματος ή μια μορφή καθαρής δύναμης που απορρέει από την εναγώνια προσπάθεια διεκδίκησης μιας απλής (αλλά διακεκριμένης) θέσης μέσα στο «εδώ & τώρα»; Πού πήγε το θάρρος;

Η καθαρή «ηλιακή» δύναμη («θέρρος») που λειτουργεί ως ρυθμιστής της όποιας προσωπικής – κοινωνικής ανέλιξης, συνίσταται σε δύο υπο-δυνάμεις: μία δύναμη «ενεργειακή», εξαρτώμενη απλώς από το συνολικό ποσό οργονικής ενέργειας που μας περιβάλλει και από τη χρήση που του κάνουμε και μία δύναμη με πιο διανοητική φύση, μία δύναμη που τη «μαθαίνουμε» μέσω της ανατροφής, της διαπαιδαγώγησης, αυτής της απλής διαδικασίας που για πρώτη φορά, σε πολύ πρώιμο στάδιο, μας φέρνει σε επαφή με ότι μπορεί να μας αποτελεί, εξωτερικά τουλάχιστον, ως κοινωνικά όντα, αλλήλεπιδρώντα με λοιπούς εκπροσώπους του είδους. Το θάρρος, δε συνδέεται μόνο με την εξωστρέφεια όμως, εφόσον θεωρείται και αναγκαίο συστατικό του αυστηρώς προσωπικού αγώνα για επιβίωση. Αλλά αφού ο- αυστηρώς - προσωπικός αγώνας για επιβίωση έχει ξεπεραστεί προ πολλού (συγκεκριμένα τη νεολιθική εποχή), μας έμεινε κυρίως η διαπαιδαγώγηση του θάρρους και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε τώρα. Το να προσπαθείς να φαίνεσαι αυτάρκης (ενώ δεν είσαι), το να προσπαθείς να δείχνεις ανεξάρτητος (ενώ δε θέλεις να είσαι), το να προσπαθείς να φαίνεσαι ωραίος, ενώ αισθάνεσαι ό,τι χειρότερο έχει εκθέσει η μητέρα φύση στη θέα του υπόλοιπου κόσμου. Το θάρρος ως κούφιο μοτίβο συμπεριφοράς.

Διότι υπάρχουν στιγμές στη ζωή, που σου λένε οι γύρω άνθρωποι «έλα τώρα, οπλίσου με θάρρος!» και σκέφτεσαι «βρε λες; εντάξει, να οπλιστώ.» και επειδή φυσικά δεν ξέρεις ακριβώς πώς να το κάνεις, καταλήγεις να επαναλαμβάνεις υπνωτικά από μέσα σου τις φράσεις «είμαι δυνατός-είμαι δυνατός, δε φοβάμαι-δε φοβάμαι!», ψέμα μεγάλο αλλά ανθρώπινο, που μπορεί τουλάχιστον να σε κάνει να φαίνεσαι κάπως συμπαθής και μη υπερβολικά καρμοίρης. Μεγάλο έλειμμα δύναμης στη σύγχρονη εποχή, μεγάλη ανασφάλεια, πολλές διαψεύσεις, καμία αλήθεια και τι να την κάνεις την πραγματική δύναμη αν δεν έχεις τίποτα να υπερασπίσεις; την αφήνεις εκεί που κάθεται, μέχρι να έρθει το Σάββατο το πρωί, να τη φρυγανίσεις και να τη φας μόνος σου, νιώθοντας περήφανος για το γεγονός ότι κανείς δε σου ζητάει ρέστα για τίποτα, επειδή όλοι επιπλέουν όμορφα και νωχελικά σε μια λίμνη απραξίας, δεν τα βάζουν με κανέναν, δεν ενοχλούνται, δεν αντιδρούν, ω ποία χαλάρωση, ω ποία πληρότης, τελοσπάντων.

Συνεπώς, δε χρειάζεται το θάρρος. Αυτό το ωραίο, το «πολεμοπρεπές», το αντάρτικο, αφού όλα φαίνονται εντάξει. Μα καλά δεν είμαστε; που να τρέχουμε τώρα να τα «διαλάμε», να λέμε όχι, να κοροϊδεύουμε, να αμφισβητούμε, να θυμώνουμε, να σκοντάφτουμε και να πέφτουμε χάμω; καλύτερα να κυκλοφορούμε σφυρίζοντας εύθυμους σκοπούς, κοιτώντας πλαγίως το διπλανό μη και μας τη φέρει ύπουλα και από πίσω, διατηρώντας τον έλεγχο στις συναναστροφές μας και όντας πάντα φερέγγυοι στις συνδιαλαγές μας με το κράτος. Ξέπεσε η δύναμη διότι δεν προβλέπεται πια από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο. Όχι γιατί δε δόθηκαν οι απαραίτητες ελευθερίες στα υποκείμενα να εκφραστούν, αντιθέτως, επειδή ακριβώς κουτσοδόθηκαν οι ελευθερίες, καταφέραμε να τινάξουμε ως είδος πολλές αλήθειες και να δημιουργήσουμε τόσες πραγματικότητες, όσες ακριβώς χρειαζόμαστε για να μην αισθανόμαστε στριμωγμένοι σε μια.

Καλή κατάσταση κι αυτή, αλλά όταν τίποτα δε σε προκαλεί, τίποτα δε σ’ αφήνει απ’ έξω, καταντείς και λίγο αναίσθητος ή εναλλακτικά σου φαίνονται όλα λίγο μάταια και λίγο πεζά και λίγο προβλέψιμα και λίγο άκομψα και λίγο συνηθισμένα και λίγο φούσκες. Αν ο κόσμος σταματήσει να αηδιάζει, κατ’ εμέ, θα σταματήσει να κινείται έμπροσθεν. Τα αξεσουάρ από «α» θα γίνουν περιττά, μεγάλα μαύρα σύννεφα θα καλύψουν τον ουρανό, σμήνη από νυχτερίδες θα εποικήσουν τα δάση και θα ρωτάμε ο ένας τον άλλο με αγωνία σε ποιο σκατά εδάφιο της Αποκάλυψης ανήκει η συγκεκριμένη σεκάνς. Οι άνθρωποι είναι πρόβατα ντυμένα με λεοπάρ παλτά.


Φόβββοι

πολλοί και ακατανόητοι

και κυρίως, ο φόβος των «υπολοίπων»


Ο φόβος του Θανάτου μοιάζει με το φόβο της ζωής και του «παρακάτω». Ο φόβος των ζώων οφείλεται σε ένα είδος προβολικής ταύτισης που πιθανότατα ανάγεται με τη σειρά του σε γεγονός του απώτερου παρελθόντος στο οποίο πρωταγωνιστούν ο μπαμπάς και η μαμά, ή εναλλακτικά το ίδιο το ζώο. Ο φόβος της φέτας (τα πάντα υπάρχουν) έχει τις ρίζες του σε αντίδραση του ατόμου απέναντι στις πάγιες διατροφικές συνήθειες του σογιού του (δική μου θεώρηση). Ο φόβος του κενού είναι μεγάλος και ωραίος φόβος, πολύ ηδονιστικός, τελικά ο μόνος φόβος που δε βρίσκει τη θέση του είναι αυτός ο ασαφής, ο ρευστός, ο γενικός φόβος... Αυτό το «που να τρέχουμε τώρα, ας κάτσουμε στο σπίτι ασφαλείς...» Μα τι σκατά υπάρχει έξω;

Απάντηση: πόνος. Φόβος και τρόμος, απειλές, πειρασμοί, αμαρτίες, εγκλήματα, λεωφορεία γεμάτα, ωράρια, δυστυχία, ζητιανιά, πλανόδιοι, ναρκομανείς (σε ύστατο στάδιο), αποδείξεις, γκαζόν, ουρές και πολλά τακούνια να χτυπάνε το πεζοδρόμιο. Ο κόσμος. Οι υπόλοιποι.

Ο μεγάλος ακαθόριστος ρευστός φόβος των υπολοίπων, προκύπτει από το γεγονός της συνειδητοποίησης ότι οι «άλλοι άνθρωποι», οι «έτεροι» βρε αδερφέ, είναι απολύτως ανεξέλεγκτοι. Ακόμα κι αν καταφέρεις θέσεις υπό έλεγχο όλα τα επίπεδα της δικής σου ύπαρξης, α-πο-κλεί-ε-ται να καταφέρεις να ελέγξεις τον άλλο, τον έτερο. Ο άλλος, ο έτερος, θα κάνει το δικό του. Και αυτό προκαλεί μεγάλο φόβο, ο οποίος σημειωτέον, συσσωρεύεται ανά τα χρόνια κι έτσι καταλήγεις κάποια στιγμή, όχι απλώς να μην αντέχεις να αγαπήσεις κανέναν (πέρα απ’ αυτούς που κατά λάθος αγαπάς ήδη), αλλά να μη θες καν να βγείς από το ασφαλές περιβάλλον του σπιτιού σου, εκεί όπου κανένας δε σε απειλεί εκτός από το χαλασμένο καζανάκι που αρνείται πεισματικά να πάρει κάτω τα προσωπικά σου κάτουρα.

Στέλνεις στο διάολο τους πάντες γιατί είσαι πλέον αρκετά έξυπνος για να ξεγελάς την ιδέα της ελπίδας ενός καλύτερου μέλλοντος (να της ξεφεύγεις με μια υπέροχη - φαντασμαγορική μανούβρα), ενός μέλλοντος αμοιβαίας ζαχαρωτής συνύπαρξης που υπόσχεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σου στο είδος που υποτίθεται ότι κι εσύ ανήκεις (αλλά που δεν καταλαβαίνεις ποτέ και που καλά κάνεις τελικά, γιατί ούτε αυτό σε καταλαβαίνει) και τελοσπάντων αρχίζεις να αποσπάς από τον εαυτό σου τα όποια ανθρώπινα εξαρτήματα που έχουν απομείνει και μετατρέπεσαι σε ένα ον επιτέλους αυτάρκες, επιτέλους μόνο, επιτέλους αυτόφωτο, αυτόνομο και αυτιστικό. Τι να κάνουμε;

Έλα που ο φόβος μένει... ΓΙΑΤΙ; γιατί η πουτάνα ανθρώπινη μοίρα μάς θέλει τουλάχιστον δύο για να εξασφαλίζει ανά τους αιώνες, το γεγονός ότι θα συνεχίσει να μας παιδεύει. Όχι μόνο πρέπει να υπάρχουμε μαζί με τους άλλους, αλλά οφείλουμε να τους πλησιάσουμε και αρκετά, πάρα πολύ, τραγικά πολύ και λίγο ακόμα, για να εξασφαλίσουμε τη συνέχιση της καρμοιριάς. Πρόκειται περί αστείας κατάστασης. Οφείλουμε να ζήσουμε με το φόβο διότι αποκλείεται ποτέ να καταφέρουμε να αποφύγουμε την ανάγκη να γνωρίσουμε τον άλλο ανεξέλεγκτο που θα μας μοιάζει. Κι όσο κι αν κάτσουμε σπίτι μας, όσο κι αν καταφέρουμε να αρχίζουμε και να τελειώνουμε τη δράση μας μέσα σ’ αυτό, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μας περιμένουν πίσω απ’ την πόρτα να μας πυροβολήσουν την ώρα που βγαίνουμε – (μα ήταν μόνο για να κατεβάσουμε τα σκουπίδια.).

Τότε ο φόβος του άλλου, (μάλλον) ταυτίζεται με τη διαπίστωση ότι η καρδιά μας (το βλέπουμε και στο σχετικό ανατομικό σχήμα) έχει εκ φύσεως μια διαχωριστική γραμμή, είναι μισή δική μας, μισή αλλού (στην Κίνα βρίσκεται), πάντα ες αεί, οφείλουμε να αποδεχθούμε το γεγονός. Τώρα το γιατί επιλέγει να ανήκει στα ανεξέλεγκτα έτερα υποκείμενα και όχι σε μερικά απ’ αυτά που φαίνονται κάπως πιο ελεγχόμενα, δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω. Ακόμα κι αν έχεις προ πολλού πέσει με τα μούτρα στο φόβο και νομίζεις ότι τον έχεις ξορκίσει με το να τον φιλάς συνέχεια, ο φόβος καλά κάθεται, μένει να ακολουθεί τις διαρκείς εναλλαγές στη διάθεσή σου, να σε ξυπνάει αλλιώς το πρωί, να σε κοιμίζει αλλιώς το βράδυ και να σε σταματάει μόνο για μερικά δευτερόλεπτα πριν σε πάρει ο ύπνος μια στο τόσο, ακριβώς εκεί που θες να σε πάρει ο γαμημένος, ακριβώς δίπλα σε ό, τι σε κάνει να χάνεις τον έλεγχο.

Νομίζω ότι επιτέλους είμαι πολύ κοντά στο να αφιερωθώ στο Θεό. Επιτέλους ( come along και τα συναφή).




Κι άλλος φόβος:

Τι ωραία που ήταν στο σχολείο!


Κάποιες στιγμές ο άνθρωπος λέει: πότε σκατά θα εφαρμόσω εμπράκτως τη σοφία την οποία, υποτίθεται, πως έχω αποκομίσει περνώντας διάφορες καταστάσεις στη ζωή μου; Μια πρώτη απάντηση μετά τεκμηρίωσης, μπορεί να θεωρηθεί η εξής: «ποτέ, διότι δεν έχεις καταφέρει να αποκομίσεις ουδεμία σοφία. Εξακολουθείς να αποτελείς φορέα απαράμιλλης βλακείας». Κι επειδή αυτή η απάντηση είναι κάπως σκληρή, δίνουμε και μια εναλλακτική: «ποτέ, διότι είσαι πολύ νέος ακόμα για να μπορείς να ζήσεις εν σοφία».

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι πιθανό να προκύψουν, αν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι έχει κουραστεί ελαφρώς από το να παρατηρεί τον εαυτό του να πράττει διαρκώς με ομοιόμορφο τρόπο, ακολουθώντας ορισμένα σταθερά μοτίβα ηλίθιας συμπεριφοράς. Οι δε παραπάνω απαντήσεις, είναι πιθανό να προκύψουν, εάν προκύψουν τα ερωτήματα.

Το ζήτημα είναι απλό: διάγει ο άνθρωπος το βίο του και κατά τη διάρκεια αυτού, εκτίθεται σε ποικίλες καταστάσεις στα πλαίσια των οποίων υποχρεούται να τοποθετήσει τον εαυτό του όρθιο και με τα δύο του πόδια να πατάνε στο έδαφος. Το έδαφος συνήθως δονείται προκαλώντας στο άτομο ένα είδος αμηχανίας και αναγκάζοντάς το να κρατηθεί γερά από μερικές δήθεν αδιαμφισβήτητες αλήθειες όπως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, το οποίο στην πιο προχωρημένη του μορφή, φέρνει λίγο προς αυτό που ονομάζουμε «εγωισμό βαριάς μορφής με αναφορές στην περίοδο της πεφωτισμένης δεσποτείας». Κοινώς, αν το άτομο τείνει να συμπεριφέρεται εγωιστικά στους συνανθρώπους του είναι διότι αφ’ ενός δεν ξέρει πώς να τους αντιμετωπίσει, αφ’ ετέρου διότι αισθάνεται μια βαθιά πνευματική συγγένεια με γένος βασιλέων που το όνομά τους αρχίζει από «Λου». Ή σκέτα γουστάρει απίστευτα την εκφορά της συλλαβής «λου».

Όταν έχεις ήδη εκτεθεί και κληθεί να αντιμετωπίσεις τα πράγματα αναλάμβάνοντας το μερίδιο ευθύνης που σου αναλογεί, μοιραία αποκτάς και μια ελάχιστη συνείδηση των πράξεών σου. Μοιραία παρατηρείς τον εαυτό σου έστω και λίγο «αντικειμενικά», αποκτάς μια εικόνα του πώς σκατά μπορεί να φαίνεσαι στον υπόλοιπο κόσμο (σκέτα ηλίθιος/σκέτα έξυπνος, σκέτα εγωμανής,/σκέτα εξαρτητικός, τελείως σκέτα άρρωστος). Κι όταν κάνεις διαρκώς τα ίδια και τα ίδια και τα παρατηρείς κιόλας, η όλη φάση καταντεί αηδία, διότι λες μα καλά, αφού τα είπαμε και τα συμφωνήσαμε να μην ξανακάνω τις ίδιες βλακείες, γιατί πάλι; γιατί είμαι συνέχεια ο ίδιος ηλίθιος, γιατί δεν παραλλάσσομαι ελαφρώς; γιατί; Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω ρε γαμώτο.

Έχοντας συναίσθηση της ευθύνης που γαρνίρει κομψά τις πράξεις σου, αναγκάζεσαι να σοβαρευτείς (όσο είναι δυνατόν) και να λες «αααα... εγώ αυτό το λάθος δεν το ξανακάνω. Δε θα στενοχωρώ τον εαυτό μου απ’ εδώ και μπρος, θα προσέχω και τους συνανθρώπους μου, θα τους αγαπάω και θα φροντίζω και τη μαμά μου... κλπ». Αλλά δεν. Δεν πάλι. Ξανά με την πρώτη αφορμή συμπεριφέρεσαι ως παρανοϊκός εξαρτητικός/ ή λίαν ανεξάρτητος (το ίδιο κάνει) παλαβός, ξανά θυμώνεις, ξανά οδύρεσαι, αρχικά σκεπτόμενος ότι ο κόσμος πρέπει να είναι πολύ χαζός επειδή στο πέρασμα του δευτερολέπτου αρνείται να υπακούσει στα θέλω σου και να ικανοποιήσει το σύνολο των ψυχοσυναισθηματικοοικονομικών αναγκών σου, ή αν το σκεφτείς λίγο παραπάνω επειδή βαριέσαι πια κι εσύ ο ίδιος να βλέπεις τον εαυτό σου να μην προοδεύει στο ελάχιστο ως προς την αντιμετώπιση του τερατώδους και απειλητικού περίγυρου, στην αγκαλιά του οποίου οφείλει να τοποθετήσει το σώμα του, αφού πρώτα (φυσικά) κάνει και την απαραίτητη αποτρίχωση. Φρίκη.

Μερικοί νομίζω την παλέψαμε μία και μόνη φορά, μία και μόνη, γλυκειά και δεκάξι χρονών. Έκτοτε το πρόβλημα εξακολούθησε να υπάρχει, αλλά βρήκαμε και ορισμένους χαχανιστικούς τρόπους να το ξεγελάσουμε και αρκετό θράσος για να θεωρούμε ότι, πολύ εγωιστικά, θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε με τους φόβους μας και για αυτούς. Στο σχολείο τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, γιατί το «εντός, το εκτός και το επί τα αυτά» ήταν καλά διαχωρισμένα και ό,τι καθόταν στο δρόμο σου, είχες τη δυνατότητα να το αντιμετωπίσεις τοποθετώντας τον εαυτό σου αυθόρμητα εντός, αυθόρμητα εκτός. Η ενήλικη κατάσταση απαιτεί να εξηγήσεις στον ίδιο σου τον εαυτό, γιατί σκατά επιλέγεις ό,τι επιλέγεις. Σιωπή.

Ευθύνη σκέτη που δεν ξέρουμε ακόμα τι να την κάνουμε. Όταν σου επιβάλλεται απ’ έξω, της βγάζεις τη γλώσσα επιδεικτικά και συνεχίζεις να υπάρχεις θυμωμένος, όταν σου επιβάλλεται από μέσα κάνεις ότι έχεις δουλειά τώρα και δεν ακούς, όταν δε σου επιβάλλεται καν, αγοράζεις πάρα πολύ αλκοόλ και υπάρχεις στο πάτωμα τις περισσότερες ώρες της μέρας.

0 Comments:

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home