Παρασκευή, Δεκεμβρίου 30, 2005

Διάγγελμα.


Το λοιπόν, για να κάνατε τον κόπο να φτάσετε ως εδώ, σημαίνει ότι έχετε κάποιο συμφέρον ή έστω μερικές προσδοκίες από εμάς. Η γραμματεία επιθυμεί να ενημερώσει όλους όσους αισθάνονται αρκετά υπομονετικοί για να ασχοληθούν με το έντυπό μας, ότι θα κάνει ότι μπορεί για να τους απογοητεύσει οικτρά, με απώτερο στόχο να τους στρέψει προς την επανεξέταση των βασικών προτεραιοτήτων τους και προπαντός προς αναζήτηση του λεγόμενου "εσώτερου εαυτού", όσο βαθιά κι αν βρίσκεται αυτός.

Παράγραφος 1 (απευθύνεται σε όσους έχουν ήδη μια ιδέα περί ημών):
Συγγνώμη για την καθυστέρηση της έκδοσης.Τον τελευταίο καιρό μια μεγάλη μούτζα κόλλησε στη μούρη μας. Για να εξιλεωθούμε για το κακό που σας κάναμε, θα στείλουμε σε όλους τους επίσημους συνδρομητές, από 200gr κασέρι που κάνανε πεσκέσι στη θεία μου και δεν έχω τι να το κάνω.

Παράγραφος 2 (απευθύνεται σε όσους μάς ξέρουν λιγάκι)
Είμαστε ταγμένοι στην υπηρεσία του κοινού καλού.

Παράγραφος 3 (απευθύνεται σε όλους)
Μην έχετε μεγάλες απαιτήσεις. Η βελτίωση της αισθητικής του εντύπου και κατ'επέκταση, του παρόντος δικτυακού τόπου, είναι στο πρόγραμμα. Βρισκόμαστε σε ένα πειραματικό στάδιο & προσεχώς θα αποφασίσουμε για το αν θα σας αφήσουμε να σχολιάζετε τα λεγόμενά μας. Πρόκειται για μια εξαιρετικά λεπτή απόφαση κι αυτό διότι δεν είμαστε καθόλου σίγουροι για το αν θέλουμε να δώσουμε βήμα σε παντός έιδους διεστραμμένους και μη, για να ξεράσουν τα κόμπλεξ τους επιτιθέμενοι σε αθώους, καλοσυνάτους και προσηνείς ανθρώπους σαν κι εμάς. Το χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι τέτοιου είδους κακεντρεχείς ανήκουν στο στενό φιλικό μου περιβάλλον, με αποτέλεσμα να γίνομαι συχνά ο αποδέκτης τόσο της χολής τους, όσο και άλλων λοιπών αηδιαστικών υγρών του ήπατος. Θα τα ανοίξουμε προσεχώς (τα σχόλια).

Παράγραφος 4 (FAQ)
-Γιατί δεν έλαβα το Prits αυτό το μήνα?
Απάντηση: Αν έχεις πληρώσει τη συνδρομή σου, δεν το έλαβες γιατί ο ταχυδρόμος έπεσε σε λακκούβα και έπαθε διάστρεμμα. Αν δεν έχεις πληρώσει τη συνδρομή σου, σημαίνει ότι μάς θεωρείς ηλίθιους.
-Γιατί έλαβα το Prits, ενώ δεν έχω πληρώσει τη συνδρομή μου;
Απάντηση: Γιατί ελπίζουμε ότι θα την πληρώσεις ή γιατί σου έχουμε υποχρέωση ή γιατί είσαι εκλεκτό υποκείμενο.
-Πώς μπορώ να γνωρίζω τις γόνιμες μέρες του μήνα;
Απάντηση: Μέτρα 14 ημέρες προς τα πίσω, από την τελευταία μέρα του κύκλου σου, για να βρεις την ημερομηνία της ωορηξίας και εν συνεχεία μέτρα τρεις μέρες πριν και τρεις μετά από αυτή την ημερομηνία. Αν έχεις ασταθή κύκλο, καλύτερα να συμβουλευτείς το γυναικολόγο σου.
-Πώς μπορώ να γίνω συνδρομητής;
Απάντηση: Όλο και κάποιος τρόπος θα υπάρχει.10 ευρώ το χρόνο και τη διεύθυνση σου στο σύνδεσμο της περιοχής σου ή στο mail, αλλά γιατί;
-Τι να περιμένω από εσάς;
Απάντηση: Λουλούδια.


Παράγραφος (τελευταία)
Χρόνια Πολλά, ευχαριστούμε για την υπομονή σας. Το ξέρετε πόσο σας αγαπάμε κατά βάθος και τι μεγάλη καρδιά έχουμε και πόσο σας ευχαριστούμε για τη συμπαράσταση και τα καλά σας λόγια.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2005

ελπίζω, χωρίς φτερά.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2005

Τεύχος 22

To Prits
ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ








Τεύχος 22: εξουσία & κατάρα
- Γιατί όποιος νομίζει ότι έχει την εξουσία είναι γελοίος.
- Γιατί όποιος νομίζει ότι έχει την εξουσία, δε θέλει να τη δώσει στο διπλανό του.
- Γιατί η εξουσία γιατί; επειδή ο καφές επειδή.


ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ-ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΝΑ ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΩ:
Κατερίνα Νικοπούλου
ISXYROS SYNERGATHS-DE SYNERGAZETAI KATHOLOU:
Ηλέκτρα Κουτσουμάνη

Η εξουσία ως τίτλος στη δουλειά

Το ακριβές αντώνυμο της <ελευθερίας>, δεν είναι η <ανελευθερία>. Όχι δεν. Είναι η <εξουσία>, η επιβολή της και η όποιας μορφής άσκηση που μπορεί να της γίνει. Η εξουσία είναι η δικαιοδοσία κάποιου να σε κάνει ό, τι θέλει, τουλάχιστον για ορισμένες ώρες της μέρας (βλ. 8=εργοδότης, βλ. 12=συγγενής, βλ.16=αυτός που θες εσύ να σε κάνει ό, τι θέλει).
Την εξουσία είτε τη δίνουμε σε κάποιον, ή την παίρνουμε εμείς, ή τη δίνουμε και την παίρνουμε εναλλάξ μεταξύ μας, μέχρι να ζαλιστούμε και να πέσουμε κάτω. Αυτή η απλή, καθημερινή μορφή της άσκησης της εξουσίας, είναι τόσο ενταγμένη στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που δεν μπορεί να θεωρηθεί καν ως φθοροποιό στοιχείο. Είναι ζωτική, στο βαθμό που συναντάει την επιθυμία του καθενός να τον εξουσιάζουν. Οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα σοβαρό, όταν αισθάνεσαι ότι εξουσιάζεσαι από κάποιον:

α. που σε πληρώνει καλά
β. που σε ταϊζει καλά
γ. που σε γαμάει καλά

Το πρόβλημα προκύπτει, όταν έρχεσαι σε επαφή (καθημερινή), με ανθρώπους που δεν κάνουν τίποτα από τα παραπάνω, αλλά παρολαυτά, θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να σε κατευθύνουν και να ορίσουν το πρόγραμμά σου έναντι χαμηλής αμοιβής (η αμοιβή είναι πάντα χαμηλή). Να σου δώσουν εντολές, να σε ενοχλήσουν ώρες που δεν πρέπει, να σου φάνε το χρόνο σου και να σε λούσουν με ένα αγχωτικό αίσθημα ευθύνης, τη στιγμή που εσύ πιστεύεις ότι «ζωή, είναι μόνο ό,τι διαδραματίζεται κάτω από το φοίνικα και τίποτα άλλο – απολύτως όμως τίποτα άλλο».
Τέτοιοι άνθρωποι συμβαίνουν δυστυχώς σχεδόν καθημερινά. Πρόκειται για όντα που σαφώς δε διαθέτουν το ελάχιστο αίσθημα σεβασμού για την προσωπικότητα των συνανθρώπων τους, όντα αμφίβολα και ανασφαλή, που έχουν μπερδέψει προφανώς την έννοια του δυναμισμού, με την έννοια της δύναμης. Η <δύναμη> εννοείται από αυτούς ως <εξουσία> και εκφράζεται μόνο μέσω της νευρωτικής τους ενασχόλησης με πλήθος δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο των οποίων αναλώνονται εξουσιάζοντας, επειδή μάλλον δε βρέθηκε κανείς να τους γαμήσει με τη σειρά τους, σχετικά καλά.
Η μόνη περίπτωση να ασχολείται κάποιος με δραματικό τρόπο και αφιλοκερδώς με το να δίνει εντολές και να στριμώχνει το χώρο και το χρόνο του διπλανού του, αυτοϊκανοποιούμενος στην ιδέα ότι τον εξουσιάζει, είναι να μην έχει πραγματικά τίποτα άλλο να κάνει στη ζωή του. Ακούγεται κοινότυπο, αλλά πραγματικά δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Ή εναλλακτικά να είναι άρρωστος εγωπαθής, τόσο ώστε να θέλει να αποκαλείται με τίτλο (βλ. «είμαι η κεφαλή/δίνω τις εντολές/κάνω το κουμάντο/έχω τον έλεγχο της κατάστασης»), μόνο και μόνο επειδή δεν του φτάνει το βαφτιστικό του - το δοκιμάζει και δεν του χωράει πια με τίποτα.
Η πρακτική αυτή, υποκρύπτει ένα λίαν ανασφαλές ποιόν ανθρώπου και ακόμα χειρότερα, έναν εγκέφαλο που δεν έχει ιδέα του τι σημαίνει «ελευθερία του εαυτού μου». Η πλάνη εκείνη που θέλει ορισμένους ανθρώπους να εννοούν τους εαυτούς τους ως «ανώτερους» σε οποιοδήποτε επίπεδο, είναι τόσο φτηνή, όσο η ιδέα του ρατσισμού καθεαυτή. Και (με την άδεια του Γκάντι), δεν έχεις καμία εξουσία πάνω σε άτομα που δε σου την έχουν δώσει. Την εξουσία την παίρνεις από τον επίδοξο εξουσιαζόμενο και μετά την ασκείς. Αν δε σου τη δώσει, είσαι γελοίος να θεωρείς ότι την έχεις. Είσαι απλά γελοίος. Πάρε ένα κούφιο τίτλο και δέσε κανα ποντίκι με σκοινάκι από το λαιμό για να το εξουσιάσεις-(βλάκα).
Είναι πραγματικά πολύ λυπηρό το να έρχεσαι σε επαφή με ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιβάλουν τους εαυτούς τους μέσω της τυπικής επέκτασης της δικαιοδοσίας τους. Είναι γενικά γελοίο το να προσπαθεί ο καθένας να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του. Όσο νόημα μπορεί να έχει η συσσώρευση πλούτου που δε θαφτεί μαζί σου, άλλο τόσο έχει και η απόκτηση μιας τυπικής περιγραφής της εικόνας που θέλεις να δίνεις. Είτε αυτή η περιγραφή λέγεται «αρχι-κάτι», είτε λέγεται «ο υπεύθυνος», ή λέγεται «αυτός που θα ρωτήσει που είσαι, απλώς, τη στιγμή που δεν έχει ουσιαστικά το δικαίωμα να σε ρωτάει τίποτα».
Πολλή περισσότερη πραγματικότητα κρύβεται στην αποφυγή των ευθυνών και την αποποίηση της όποιας μορφής εξουσίας, παρά στην ανάληψη αυτής. Το να θέλεις να αναλάβεις «την ευθύνη», είναι ήδη ύποπτο για την κατάσταση της ψυχοδιανοητικής σου υγείας, πόσο μάλλον το να θέλεις να αναλάβεις «τον τυπικό έλεγχο», τον οποίο θα χαίρεσαι να ασκείς πάνω στους συνανθρώπους σου. Είναι αρρωστημένο, με τους όρους της ενήλικης κατάστασης, η οποία ορίζεται από την ανάγκη του καθενός (ενήλικα) από εμάς, να εξαντλεί, πια, την όποια δραστηριότητα του πάνω σε συγκεκριμένες επιλογές Του και μόνο σε αυτές, είναι επιεικώς γελοίο το να προσπαθείς να το παίξεις ανώτερος σε ανθρώπους δομικά ελεύθερους.Αυτά..


Επιθυμία και εξουσία

Εντάξει - τώρα που μου έφυγε, θα ασχοληθούμε με τον φόβο της ευθύνης απέναντι σε μία κατάσταση, που κατά τα άλλα είναι πολύ κοινός και ανθρώπινος φόβος. Δεν υπάρχει πιο φυσικό πράγμα από το να θέλεις να ζεις ανεξάρτητος και ελαφρύς, με όσο το δυνατόν λιγότερες υποχρεώσεις και όσο το δυνατόν λιγότερα πάρε-δώσε με άτομα που σε κάνουν να νιώθεις υπεύθυνος για την ψυχοδιανοητική τους ισορροπία.
Υπάρχει ένα στρεβλό πράγμα, που μπορούμε να το παρατηρήσουμε καλύτερα στο πλαίσιο της κατάστασης κατά την οποία επιθυμούμε κάποιον: από τη μία μπορεί να τον επιθυμούμε και για μας να αποτελεί απόδειξη αφοσίωσης η έμπρακτη βίωση της εύθυνης μας απέναντί του, αλλά από την άλλη, αν μας ρωτήσεις, στην πραγματικότητα, να μην τη θέλουμε καθόλου την ευθύνη.
Από τη μία δηλαδή να μας τιμά πολύ το γεγονός ότι εξαρτάται ο άλλος από εμάς, από την άλλη όμως να αισθανόμαστε φρικτά ηλίθιοι όταν αναγκαζόμαστε να πράξουμε αυτά που περιμένει. Υπάρχει μία ειδική κατάσταση «μη εξουσίας» που δεν εννοείται απαραίτητα ως ένδειξη αδυναμίας ή ανασφάλειας.
Όταν δεν κάνεις αυτά που θέλει ο άλλος, μπορεί να μην τα κάνεις είτε επειδή αντιδράς ή επειδή φοβάσαι ότι αν τα κάνεις, μετά δε θα τα εκτιμήσει, θα σε απαρατήσει κι εσύ σαν ηλίθιος θα τα έχεις κάνει κλπ κλπ. Υπάρχει όμως και η περίπτωση να μην τα κάνεις, όχι για τους παραπάνω λόγους, αλλά απλώς επειδή βαριέσαι να τα κάνεις, δεν είναι προτεραιότητα εκείνη την ώρα, μπορείς και να μην ρε παιδί μου-έτσι.
Θα πει κανείς «ε μα πως δε θες να προσφέρεις στον εαυτό σου και στον άλλο τη χαρά του να υπηρετήσεις εσύ τις δικές του διαθέσεις και αυτός με τη σειρά του τις δικές σου; πώς μπορείς να κάτσεις φρόνιμα μόνος σου;». Η απαντήση είναι «ε ναι μπορείς». Και αυτή η απάντηση έχει δοθεί ανά τους αιώνες από τους εκάστοτε ερημίτες και μοναχούς που κατακλύζουν τα βουνά και τα βράχια, ή από λοιπές περιπτώσεις ακοινώνητων κομπλεξικών που κατάφεραν μετά από προσπάθεια ή και χωρίς προσπάθεια να αποποιηθούν το σεξ.
Σκέφτομαι μερικές φορές αυτή την απαράμιλλη μπούρδα που πιπιλάνε τόσο οι ψυχολόγοι όσο και όλοι οι φιλοσοφημένοι ατομιστές ότι «αν από μόνος σου δεν είσαι αυτόνομος, τότε δεν μπορείς να μπεις σωστά στη σχέση». Τι πούτσα είναι αυτή; αν είσαι αυτόνομος από μόνος σου φίλε μου, ποτέ δε θα έχεις κανένα λόγο να μπεις στη σχέση εξ’ αρχής. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να μπεις στη «σχέση», αν η σχέση προϋποθέτει το ερωτικό στοιχείο. Η όποια επιθυμία είναι ευθέως ανάστροφη ως προς την όποια ελευθερία, οπότε είσαι από χέρι έτοιμος να υποτιμηθείς, όταν εκχωρείς το δικαίωμά σου να είσαι αυτεξούσιος, σε κάποιον, μόνο και μόνο επειδή σου αρέσει κάπως να σε πηδάει αυτός και όχι κάποιος άλλος. Η μαγκιά θα ήταν να μπορούσες να παραδεχτείς με κάποιον τρόπο ότι θέλεις να σε πηδάνε γενικώς, όπου να ‘ναι και όπως να’ ναι, όποιοι να ‘ναι, όλοι.
Αλλά κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό, γιατί κανένας δεν το θέλει, γιατί κανένας δεν είναι τόσο ζώο και γιατί έχουμε κάνει ήδη πολύ δρόμο από τις σπηλιές μέχρι εδώ που είμαστε για να τον πάρουμε τώρα πάλι προς τα πίσω. Πάντως υπό αυτές τις συνθήκες, γίνεται τουλάχιστον προφανές το πόσο το συναίσθημα προβάλλεται για να υπηρετεί τη σύμβαση και όχι η σύμβαση το συναίσθημα. Δεν ξέρω σε ποιο σημείο της προϊστορίας οι άνθρωποι αποφάσισαν ότι θα ζουν πλέον ανά δυάδες για να δημιουργούν οικογένειες, δεν ξέρω σε ποιο σημείο ακριβώς εμφανίστηκε κι ο έρωτας, ως άλλοθι για να δικαιολογήσει τη μονογαμία και να την κάνει λίγο πιο δραματική και όχι τόσο βαρετή. Πιστεύω όμως ότι οι καλύτερες σχέσεις είναι αυτές που δημιουργούνται από ατελή και ανασφαλή όντα και σε καμία περίπτωση, όσες δημιουργούνται από δήθεν ολοκληρωμένους ανθρώπους που θα ζούσαν καλά, ούτως ή άλλως και μόνοι τους.

Εμμονή και απανθρωπισμός ξανά.

Η σκληρότητα από την οποία περιβάλλεται το είναι του ανθρώπου είναι τόσο μεγάλη όσο η αγαπημένη μου μπλούζα αν την είχα αγοράσει 8 νούμερα μεγαλύτερη. Τυπικά, ποτέ δε θα έκανα αυτό το λάθος, στην πραγματικότητα όμως, οι μεγαλύτερες στιγμές θα χωράνε πάντα μέσα στα μεγαλύτερα λάθη, ακόμα κι αν δεν έχεις παχύνει τόσο ακόμη.
Σκέφτομαι μερικές φορές τι σκατά μπορεί να σημαίνει όλη αυτή η «ενηλικίωση». Η ενηλικίωση αρχίζει να συμβαίνει όταν ο πιο βλακώδης εαυτός σου αρχίζει να βγαίνει προς τα έξω για να συναντήσει τον κόσμο, προφανώς. Στην αρχή συναντάει έναν ύπουλο και ψυχολογικά διαταραγμένο εραστή και μετά αρχίζει να φλερτάρει τον πραγματικό «ενηλικιωτή». Αυτόν που θα σου πει το «κάτε κάτω». Και στο «κάτσε μωρή βλαμμένη» δε θα χωράει κουβέντα, οπότε κι εσύ θα κάτσεις και θα κάνεις και γαργάρα τις ιδέες σου γιατί πουλιώνται ακριβώς όσο μια θέση εποχιακής καθαρίστριας στο Δήμο Κερατσινίου, που δεν ξέρεις καν που είναι, γιατί ό, τι πλησιέστερο είχες υπ’ όψιν σου, ήταν μόνο το κεράσι κι αυτό επειδή ήταν κόκκινο. Όχι επειδή σου άρεσε ως φρούτο. Παλιά, είχες την πολυτέλεια να λες και τι «δε σου αρέσει».
Είμαστε δύο άνθρωποι, τουλάχιστον, που ο καθένας νιώθει ότι μεγαλώνει παράλογα. Μυρίζουμε τον άλλον τη στιγμή που δεν είναι εκεί, αδυνατούμε να αγαπήσουμε ειλικρινά αυτό το κάτι παραπάνω, δε θα τα δώσουμε όλα, πιθανώς ούτε στα παιδιά μας και εδώ έρχεται το μεγαλύτερο λάθος. Το ανώμαλο μεγάλωμα συνεπάγεται την ανώμαλη προσγείωση. Άμα σε έχουν τιγκάρει στις πιθανότητες, θα βρεθεί πάντα κάτι πολύ περιορισμένο και δύσκολο για να σου δείξει ότι δεν είσαι φτιαγμένος για όλα.
Θα γίνονται σκατά οικογένειες, θα μεγαλώνουν παιδιά – μαρούλια, μόνο και μόνο για να αποδείξουν ότι υπήρξαν τόσο θαραλλέοι οι γονείς ώστε να τα κάνουν, δε θα τους φτάνει η ζωή και δε θα ξέρουν τι να την κάνουν, για να μην την κάνουν τουλάχιστον τόσο χειρότερη. Τα παιδιά θα γίνουν ή εγκληματίες ή σχιζοφρενείς, γιατί θα οφείλουν στους εαυτούς τους έστω μια θέση στο αναγνωρισμένο περιθώριο και θα πάμε κατά διαόλου μέχρι να μας πείσει όλους ή η ανακύκλωση ή το ζεν.
Το δε ζεν, όσο δεν αφήνει ήσυχη την καύλα να υπάρξει όπως πρέπει, δεν πρόκειται να αναγνωριστεί ποτέ όμορφα. Δεν την προέβλεψε καλά, δεν τη χώρεσε ολόκληρη, τελοσπάντων κάτι έγινε λάθος και με το ζεν και πάλι αφέθηκε «το σωστό σεξ» απέξω. Όταν υπερεκτιμάς τη συνείδηση, αυτή θα σε καβαλήσει και θα σε παγώσει πάνω στη στιγμή που θα νομίζεις ότι τα έχεις όλα Πολλοί προσπάθησαν να τα συνδυάσουν αυτά τα δύο, αλλά πέθαναν νωρίς. Είτε η καρδιά τους δεν άντεξε, ή έκοψαν τις φλέβες τους νωρίτερα. Όχι από βλακεία, ούτε από αδιέξοδο, αλλά υποκινούμενοι από την απλή διαπίστωση «μαλάκες με τους οποίους είμαι αναγκασμένος να ζω μαζί».

Εναλλακτική διατύπωση: «δε θα αναγκαστώ για ποτέ και για τίποτα, γιατί τίποτα απ’ όσα έχω δει μέχρι στιγμής δε με αξίζει».

Του χρόνου πάλι, γιατί έτσι.
Γιατί πίνω μπύρες που χρωστάω από πέρσι και κανείς δε βρίσκεται να μου πει πόσες ακριβώς χρωστάω ακόμα να τελειώνω.

• Υπόμνημα για τους φίλους μου
• που συμπαθώ και που μου επιτρέπουν να βρίζω.

Θέλω να πω και κάποια πράγματα προσωπικά, γιατί το υπέροχο αυτό περιοδικό το Prits φτάνει κυρίως σε φίλους με τους οποίους μπορεί να έχω να μιλήσω 6 μήνες και ντρέπομαι πολύ για την κατάστασή μου και θέλω να τους εξηγήσω. Όσοι δεν είναι φίλοι και βαριούνται να διαβάσουν δε θα τους παρεξηγήσω, απλώς θα πω ότι καλά θα κάνουν να γίνουν φίλοι μας γιατί είμαστε εξαιρετικά παιδιά, πολύ κουλ. Λοιπόν, τον τελευταίο καιρό σκόπευσα να γλιτώσω από το ζυγό της δουλείας. Το έχω κάνει και στο παρελθόν, να σκοπεύσω το ίδιο και η προσπάθειά μου στέφθηκε φυσικά με πλήρη αποτυχία. Αλλά δε με νοιάζει. Άλλωστε έχω καταλάβει πλέον ότι δεν υπάρχει ζυγός από τον οποίο να μπορώ να γλιτώσω, σε όποιο σημείο του χάρτη κι αν βρίσκεται αυτός.
Δεν μπορεί να σταματήσει να παιδεύει το κεφάλι μου η ιδέα ότι οφείλει τουλάχιστον ένας τομέας της ζωής να έχει λυμένο το πρόβλημά του. Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι είναι απλώς άδικο ένας άνθρωπος να πρέπει να αντιμετωπίζει διαρκώς 2 προβλήματα: συνήθως τον έρωτα και τα λεφτά. Πάνω απ’ όλα, δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι το μέγεθος της αποτυχίας με το οποίο στέφθηκε η άλλη φιλόδοξη προσπάθεια, αυτή της εξομοίωσης των δύο φύλων. Μου φαίνεται τραγικά ηλίθιο το πείραμα. Σχεδόν 50 χρόνια μετά, στην Ελλάδα του σημέρα, στα δικά μου μάτια, το ότι βγήκε η γυναίκα στην αγορά εργασίας μου φαίνεται από απλώς ανώφελο έως επιζήμιο για την οικονομία του συστήματος. Νομίζω ότι η εφαρμογή της χειραφέτησης των γυναικών σε αυτό το πεδίο (της εργασίας δηλαδή) και κατ’ επέκταση η μετατροπή τους σε άνδρες, έχει προκαλέσει μόνο περισσότερους καρκίνους, όπως και όλα ανάλογα γενετικά πειράματα.
Δεν καταλαβαίνω ποιο άρρωστο (γυναικείο ή αντρικό) μυαλό, αποφάσισε να επέμβει κατά αυτόν τον τρόπο στη φύση και σε μία ιστορία εκατοντάδων αιώνων που θέλει τη γυναίκα είτε μητέρα ή μάγισσα, ή στην καλύτερη περίπτωση και τα δύο. Για τους παραπάνω λόγους υπέβαλα την παραίτησή μου, χωρίς να έχω βρει κάποια συγκεκριμένη δουλειά, χωρίς να διαθέτω ιδιαίτερη οικονομική εξασφάλιση, απλώς γιατί υπέφερα και ίσως και για ιδεολογικούς λόγους. Αρνούμαι να γίνομαι πιόνι μιας επανάστασης, που δε μέτρησε τα οφέλη της πριν γίνει και αιτούμαι να επιστρέψουμε πάραυτα στην εποχή εκείνη που οι γυναίκες δεν είχαν άλλη έννοια από το να ράβουν τα σώβρακα του αντρός τους.
Για να το παίξουν κάποιες «αντράκια» τώρα μας γαμάνε 4 την καθεμιά και χωρίς να το έχουμε διαλέξει, ηλίθιες. Κι έχω και τη Ράνια Θρασκιά που κάθε μεσημέρι εξακολουθεί να προσπαθεί να μας πείσει ότι η ευτυχία και η αμοιβαία αγάπη, ναι!- χωράει στη ζωή της ανεξάρτητης εργαζόμενης γυναίκας. Τι να πω, προδίδει την αξία του φεμινισμού ως ιδεολογικό σκατοπαραπέτασμα, το αθώο βλέμμα της. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Εγώ ευχαριστώ, δε θα πάρω. Μου φαίνεται πολύ πιο τίμιο και λιγότερο παράλογο το να ανέχομαι τις απιστίες «του συζύγου», να με αντιμετωπίζουν σαν κατσαρόλα, να μεγαλώνω 4 παιδιά, να βάζω μπουγάδες και να κουτσομπολεύω με τη φιλενάδα μου. Και στην καλύτερη περίπτωση, να στρώνω και κανα κουμ-κανάκι κάθε Κυριακή απόγευμα και γενικώς, προς το παρόν, θα ήθελα να είμαι η γυναίκα του Κωσταντάρα και δεν έχω και κανένα λόγο να το κρύψω.


Αυτό το τεύχος του Prits είναι
συλλεκτικό γιατί έτσι.
Μετά από μήνες απουσίας
λόγω ανωτέρας εξουσίας και βίας,
ενημερώνουμε τους αναγνώστες
ότι συνεχίζουμε να υπάρχουμε
στο αιώνιο πλαίσιο του internet
όσο συχνότερα μπορούμε και ότι
θα εκδιδόμεθα κατά το δοκούν
και για αυστηρά κερδοσκοπικούς
σκοπούς πλέον. Ε, δεν μπορούμε
να φτάσουμε και στην πείνα
έτσι απλά. Όχι ρε,
τα λεφτά είναι πετσετάκια. Πάντως
ζητάμε συγγνώμη και πάλι,
για τον αντιεπαγγελματισμό και την
ανευθυνότητα που μας διακρίνει και
ειλικρινά σας ευχαριστούμε
για την υπομονή σας.

Θα βρέξει.


Τεύχος 21

To Prits


PROTYPO MHNIAIO FYLLADIO KRITIKHS TOY KOINVNIKOY GIGNESUAI



Τεύχος 21: η απογοήτευση-η καρμοιριά της Εύας

- Η απογοητευτική αρχή

- μίνι αφιέρωμα στο φεμινισμό.

- Δεν έχω κανένα παράπονο από κανέναν, ρε αδερφέ.



«Απο»γοήτευση παντός είδους

(ερωτική, υπαρξιακή, κοινωνική, επαγγελματική και λάιφ στάιλ, για τους ρηχούς)



Όταν πιάνετε τον εαυτό σας να αισθάνεται μεγααάλη απογοήτευση, μη φοβού: σταθείτε με το δεξί αγκώνα παρατεταμένο μπροστά στον καθρέφτη, σε στυλ «χαιρετάω ναζιστικά» και προτάξτε το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού σας χεριού, απο-φασιστικά πάντα. Όλα θα πάνε καλά. Όλα μες στη ζωή είναι.

Η απογοήτευση είναι ένα εξαιρετικά συνηθισμένο φαινόμενο. Έντασσεται σε εκείνη την κατηγορία των λέξεων που αρχίζουν με το δημοφιλές πρόθεμα «απο-». Απολογισμός, απόφαση, απόνερα, απόπειρα, απόδειξη (ότι με έπιασες με κάποιον άλλον), απόκαμα-πια, με αποστόμωσες και άλλα τέτοια. Ακόμα κι αν δεν αισθάνεστε αρκετά «από» και εντάσσεστε στην κατηγορία εκείνων που αισθάνονται «υπό» σκέτα, το συγκεκριμένο πρόθεμα, υπόσχεται να μη σας εγκαταλείψει και να καραδοκεί στη γωνία. Κοινώς, θα τη φάτε από κάπου, την απογοήτευση, ακόμα κι αν θεωρείτε ότι είστε και γαμώ τα παιδιά και δε σας πιάνει κανείς. Άρα, δεν έχετε παρά να «απο-δεχτείτε» το πρόβλημα που μας γαμεί και μας κανονίζει όλους για να κάνουμε ειρήνη όλοι μαζί, μια ώρα αρχίτερα - επιτέλους.

Πολλές φορές, η απογοήτευση, δεν προκύπτει ως συνέπεια ορισμένων πράξεων και ενεργειών. Αλλά αυτή είναι η πιο δύσκολη περίπτωση απογοήτευσης, οπότε θα την εξετάσουμε στο τέλος. Η συνήθης απογοήτευση, προκύπτει όταν πιάνουμε κάποιον (ή μας πιάνει κάποιος) να κάνει κάτι που δε θέλουμε, ή να μην κάνει αυτό που θέλουμε. Τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μία τερατώδη σύμπτωση, που θέλει έναν από τους δύο ένοχο και τον άλλον απλώς δύσμοιρο. Είναι πολύ άσχημο. Είναι μεγάλη «απογοήτευση».

Συνήθως η απογοήτευση, συνδέεται με στιγμές κρίσης της εμπίστοσύνης μας απέναντι στο ανθρώπινο είδος και τις αυτού δραστηριότητες. Η απογοήτευση είναι ένα μικρόβιο που μολύνει την πρωταρχική μας συναίνεση απέναντι στο φαινόμενο της ζωής και τις εκφάνσεις του βλ. έρωτας, συμβίωση, οικονομική εξασφάλιση, επαγγελματική επιβίωση κλπ. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σημαίνοντα, αλλά όχι «σημαντικά» τελικά, καθότι καταδικασμένα να μας προδίδουν διαρκώς. Ή να τα προδίδουμε εμείς, το ίδιο κάνει.

Όταν φτάνουμε σε εκείνο το σημείο της φθοράς, όπου οι πράξεις έχουν γίνει πλέον αρκετές και οι επιβεβαιώσεις ότι κάνουμε το σωστό, έχουν γίνει καμία, είναι επόμενο να αναρωτηθούμε «γιατί;». Αυτό «το γιατί», είναι τελείως άλλο θέμα επίσης, αλλά φέρει το πρωταρχικό σπέρμα της «μασίφ απογοήτευσης». Κάτι δεν κάναμε καλά, κάτι δεν έκαναν οι άλλοι και τελικά μείναμε όλοι απογοητευμένοι διαρκώς, ο ένας από τον άλλον. Παραλείψαμε κουβέντες, παραλείψαμε πράξεις και ίσως καλύτερα, γιατί αν τα είχαμε κάνει όλα, πάλι σκατά θα ήμασταν, αλλά «γιατί;».

Άλλο ένα γνώρισμα της απογοήτευσης είναι ότι σε πάει πίσω, πολύ πίσω. Στη στιγμή που η Εύα δοκιμάζει το μήλο, γιατί είναι μαλακισμένη και γιατί αν δεν το είχε δοκιμάσει, θα ζούσαμε όλοι ανά δυάδες σε έναν ιδανικό πορνογραφικό παράδεισο όπου το λάθος θα ήταν ιδέα άγνωστη. Ποιός της είπε να δοκιμάσει «το μήλο»; και να μας κεράσει τέτοια απογοήτευση, εμάς τις προσεχείς γενιές, που ούτε σε παράδεισο ελπίζουμε, ούτε και το μήλο κατέχουμε για να το δοκιμάσουμε; απλώς απορώ.

Απλώς γίνονται πάντα τα ίδια και τα ίδια. Η εμπιστοσύνη προδίδεται και ο πόνος είναι πάντα κοινός. Ένας από τους δύο, θα πέσει στον πειρασμό να πάει με κάποιον άλλον, ένας από τους δύο δε θα έχει αρκετά λεφτά για να ταϊστεί το μωρό, ένας από τους δύο θα κλάσει κατά λάθος. «Απογοήτευση».

Προτεινόμενη λύση: καμία. Απλώς να είναι ο κόσμος προετοιμασμένος για αυτό που πρόκειται να του συμβεί. Αν-«από»-φευκτα. Χωρίς από-δραση. Να το αντιμετωπίσει με τον ελάχιστο δυνατό απο-τροπιασμό. Είναι μέσα στη ζωή κι από- μπρος κι από- πίσω. Η μισή ζωή είναι μισή-απογοήτευση και η άλλη μισή σκέτη από-λαυση. «Από-τομα».


( & παραλήρημα τώρα)


Φ ε μ ι ν ι σ μ ός.


Μα πώς τελικά τα έχουμε καμωμένα;

καλά, κακά; ή τα έχουμε καμωμένα δύσκολα;

Σε συνέχεια της αναζήτησης των ιδεολογικών προκειμένων του προθέματος «από», θα κάνουμε άλλη μία μελέτη πάνω στο «συνολικό απο-τέλεσμα», με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή σχεδόν καθημερινώς. Τα πράγματα εξακολουθούν να είναι δύσκολα. Ήταν και είναι δύσκολα. Αλλιώς δε θα γράφαμε τίποτα, δε θα ακούγαμε τίποτα, θα ήμασταν όλη την ώρα στο κρεβάτι με αυτόν που πρέπει. Αλλά προφανώς δεν πρέπει. Γι’ αυτό και δεν είμαστε. Όχι όλη την ώρα τουλάχιστον & συνήθως όχι με αυτόν που πρέπει.

Πώς τα έχουμε καταφέρει έτσι; είναι εντάξει, επιβιώνουμε, αλλά μερικές από εμάς, που έχουμε κακούς πλανητικούς χάρτες και πολλά υπόλοιπα (προφανώς) από προηγούμενες ζωές (ε?), συνεχίζουμε να αναρωτιόμαστε «μα δε θα μπορούσαν να είναι και καλύτερα;». Γιατί η απάντηση θα πρέπει να είναι πάντα «όχι»;

Αυτή η αρχική απογοήτευση με την οποία συναντιόμαστε όταν αρχίζουμε να ασχολούμαστε με ό,τι λέγεται «κοινωνία» ή σκέτα «οι υπόλοιποι», είναι νομίζω πολύ δομική. Βγαίνοντας από τον πυρήνα της οικογένειας (όχι την «πυρηνική οικογένεια», αλλά «τον πυρήνα» το σκέτο, αυτόν που οφείλει να ενσαρκώσει η μαμά, παίζοντας το ρόλο του κουκουτσιού, έστω κι αν αναγκάζεται συνήθως να τον παίξει στο πλαίσιο ενός σάπιου μήλου), συνειδητοποιούμε ότι το παιχνίδι δεν είναι παιχνίδι.

Είτε λέγεται επάγγελμα, είτε λέγεται «αυτό που θα μου άρεσε πολύ να κάνω», είναι πολύ ζόρικο. Και άγνωστο. Άνθρωποι και άνθρωποι στο όνομα της τέχνης έκαναν μέγιστες παπαριές, ακριβώς επειδή ένιωθαν αυτή την έλλειψη προσανατολισμού μπροστά στο άγνωστο που όφειλαν να αντιμετωπίσουν, για να επιβιώσουν.

Ωραία τελοσπάντων.

Δεν είναι εύκολο να βρεις την ταυτότητά σου μέσα σε μία κοινωνία που σε ποτίζει σπάνια και που σου δίνει την ευκαιρία μέχρι τα τριάντα. Δεν είναι εύκολο και είναι και λυπηρό όταν ψάχνεις και δεν την βρίσκεις. Παλιά, στο μεσαίωνα, οι εξηντάρηδες παντρεύονταν εικοσάχρονες καλλονές και αυτές τους έκαναν πέντε παιδιά. Το πρωτότοκο έπαιρνε το θρόνο. Θα ήταν όλα πιο εύκολα για εμάς τις γυναίκες, αν είχαμε έναν μπούσουλα: μία ιδέα που να λέει ότι η καλύτερη δυνατή εξέλιξή μας, είναι το να παντρευτούμε εξηντάρη και να του κάνουμε παιδιά. Θα ήμασταν πολύ πιο βολεμένες απ’ ό, τι είμαστε και πολύ πιο χαλαρές και χαρούμενες.

Αλλά και πάλι δεν είμαστε και πάλι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Γιατί οφείλουμε να τα ανακαλύψουμε μόνες μας, είτε μικρές, ή μεγάλες, πάντα μόνες μας. Τα στερεότυπα έπεσαν και αυτό μπορεί να είναι καλό, αλλά είναι και κακό, γιατί μένουμε διαρκώς απο-προσανατολισμένες. Απογοητευμένες και απότομες. Κανείς δε λέει πια τι να κάνουμε, ή συνήθως όποιος λέει, προτείνει αηδίες.

Και σα να μην έφτανε αυτό, έχουνε πάει όλες και δουλεύουν για να επιβεβαιώσουν ότι είναι άξιες και ανεξάρτητες και υποσκάπτουν την πορεία των υπολοίπων προς την πολυπόθητη οπισθοδρόμηση στο παρελθόν, η αναβίωση του οποίου θα μπορούσε να αποδειχτεί ευεργετική για όσες πονάμε στην ιδέα ότι χάνουμε τη μενεγάκη κάθε μέρα, γιατί? γιατί παρακαλώ? για να θεωρούμαστε περήφανες εργαζόμενες; κάποιες το χάφτουν, αλλά κάποιες πολύ δυστυχώς, δεν καταφέρνουν να το καταπιούν κιόλας. Το καταπίνουν πρακτικά, αλλά στο θεωρητικό κομμάτι, κολλάνε. Πήγαν και έκαναν το αγώνα επιπόλαια και να ‘τα τώρα.

Έχουν περάσει αισίως 50 και βάλε χρόνια από τη μέρα που η γυναίκα κατάφερε να ενεργήσει πολιτικά (και πολλές δεν το κάνανε κιόλας, γιατί είχανε την πατάτα στο στόμα), στο όποιο φάσμα της κοινωνίας, τής προσφέρθηκε διαθέσιμο. Εμένα, όπως και πολλές άλλες, δε με πολυενδιαφέρει το πρακτικό κομμάτι του πράγματος. Το έκανε /δεν το έκανε η γυναίκα, με ενδιαφέρει περισσότερο «το τι έγινε».

Και όποια κάτσει να το σκεφτεί λίγο παραπάνω, δε θα αρνηθεί ότι τελικά σκατά παρέμειναν τα πράγματα. Εντάξει, δεν είπαμε να επανα-θεσμοθετηθεί το ξύλο, αλλά κι αυτές ρε παιδί μου, το παρακάνανε. Έπρεπε απλώς να προτείνουνε μία πιο ελεγκάντ αντιμετώπιση του θηλυκού, δεν έπρεπε να το παρατραβήξουν έτσι. Κάποιες μπορεί να μην την ήθελαν την απόλυτη ισότητα. Κάποιες μπορεί να μην τις ενδιαφέρει να έχουν δικό τους γραφείο, να τους σπάνε τα νεύρα και να τις αντιμετωπίζουν σαν άντρες. Άλλωστε, εκτός από το ξύλο, που και πάλι δεν εξαλείφθηκε εντελώς, τι έγινε; σταμάτησε το κέρατο; σταμάτησε η υποτίμηση; τι έγινε ακριβώς εκτός από το να πολλαπλασιαστούν οι ευθύνες;

Πες λοιπόν, ότι εγώ δε θέλω να τη ζήσω την ισότητα. Θέλω να μάθω να μαγειρεύω και να κάθομαι στο σπίτι μου ήσυχη να πασαλείφομαι με κρέμες συνέχεια. Και εδώ έρχεται το πιο σοβαρό κομμάτι της ιστορίας: με όσα αγόρια έχω μιλήσει, μου έχουν πει «υπέροχα». Και συμπληρώνουν: «αλλά θα κάνεις παιδιά, βεβαίως» (ωχ, την πάτησα). Άντε τώρα να αρχίσεις διακριτικά να εξηγείς ότι δεν εννοείς ακριβώς αυτό. Εννοείς να κάθεσαι στο σπίτι σκέτα. Και ειλικρινά αναρωτιέσαι γιατί να μην το αξίζουν αυτό τα κορίτσια;

Γιατί να μην έχει ποτέ κανείς σκεφτεί το ενδεχόμενο να υπάρξει μία προώθηση ενός σεξισμού τέτοιου, που θα αφήνει εντελώς απέξω την ιδέα της μητρότητας; Γιατί οι οικογένειες να μην αποτελούνται από 2 άτομα και το κορίτσι να είναι απλώς υποχρεωμένο να φροντίζει το ήδη υπάρχον νήπιο, το αγόρι δηλαδή, ενώ η ίδια θα λατρεύεται ανιδιοτελώς μόνο και μόνο επειδή μυρίζει όμορφα;

Σκέφτομαι ότι μπορεί πάλι η Εύα να τα έφταιγε όλα, επειδή το μήλο ήταν κόκκινο. Που σημαίνει ότι καταδικάστηκε για την αμαρτία και πήρε στο λαιμό της και τις υπόλοιπες. Το «κόκκινο μήλο» δεν μπορεί να μην κρύβει κάποιο συμβολισμό, που στην προκειμένη περίπτωση, αφορά πιθανότατα στο γεγονός ότι ο Αδάμ την πήδαγε κάθε μέρα (επειδή δεν υπήρχε και καμία άλλη να πηδήξει).

Άρα η ουσία του αμαρτήματος, είναι ότι η Εύα καταδικάστηκε να πηδιέται με σκοπό (την τεκνοποίηση) και όχι άσκοπα. Το «κόκκινο» ταυτίζεται με την ηδονή και το αμάρτημα πληρώνεται με την καταναγκαστική τεκνοποίηση. Η οποία προφανώς αποτέλεσε και το βασικό άλλοθι, για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη της γυναίκας και ο γενικότερος ρόλος της στην κοινωνία. Διότι, όπως είναι προφανές, η γυναίκα χρειαζόταν άλλοθι για να υπάρξει, τη στιγμή που ο άντρας, υπήρχε έτσι απλά, θεωρείτο «δεδομένος» και προορισμένος για όλα.

Και παρόλο που σε αυτή την παράλογη ιστορική διαδρομή, σημειώθηκαν ορισμένες παρεκκλίσεις, ακόμα κι αυτές, επιμελώς συγκαλήφθησαν πίσω από το επιχείρημα της ατέλειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν κατάφεραν να δρομολογηθούν ορισμένες αλλαγές.

Αλλά τι τα θες; ακόμα και η ομοφυλοφιλία, το έσχατο καταφύγιο των απανταχού “δήθεν” έξυπνων κομπλεξικών, έχει χάσει το νόημά της. Έγινε κι αυτή εμπόρευμα, έγινε αποτέλεσμα. Άσε που η ομοφυλοφιλία μπορεί να βοηθάει στην αποφυγή του παιδιού, αλλά δε βοηθάει ως προς το θέμα της αποφυγής της δουλειάς τώρα που το σκέφτομαι (που είναι και το βασικό μου πρόβλημα), οπότε δεν έχει νόημα η αναφορά της τώρα.

Ο σκοπός είναι να αγωνιστούμε (από Δευτέρα), να βρεθεί ένας τρόπος να κατοχυρωθεί συνταγματικά το δικαίωμα του κοριτσιού να αφιερωθεί στο κέικ εάν και εφόσον το επιθυμεί, χωρίς όμως τον ηθικό εκβιασμό της επιβεβλημένης μητρότητας.

Ε; δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο πια, ε; (ντομάτες και ένα κουνουπίδι). Σοβαρά τώρα, εγώ θεωρώ πολύ πιο υποτιμητικό τα όποια προνόμια να δίνονται με βάση το αν είσαι μάνα ή όχι. Το κίνημα έπρεπε να έχει στοχεύσει ψηλότερα, συγκεκριμένα στο απόλυτο καθισιό. Ορίστε, πάλι σκατά τα κάναμε με όλες αυτές τις εξυπνάδες.

Πώς θα γίνει ο άλλος αγώνας:

- ο αγώνας θα γίνει λιτά. Θα ορίσουμε ένα σημείο στο οποίο θα συναντιόμαστε 1 φορά το μήνα και θα αγωνιζόμαστε.

Ποιοι θα είναι οι στόχοι του αγώνα:

- οι στόχοι του αγώνα θα είναι το να ζήσει ο καθένας από εμάς καλύτερα και όσοι θέλουν να μπορούν να δανείζονται λεφτά ο ένας από τον άλλον, χωρίς να τα επιστρέφουν.

Ποια θα είναι τα πρότυπά μας:

- Τα πρότυπά μας θα είναι

α. υποκείμενα και

β. αντικείμενα

Στην κατηγορία των υποκειμένων θα μπορεί να εντάξει ο καθένας ό, τι θέλει και μετά θα ψηφίσουμε. Εγώ π.χ. θαυμάζω από άντρες το Μαγγελάνο, για την ανθρωπιστική δράση του (νομίζω δεν είχε) και από γυναίκες την Τουϊγκι, γιατί λένε ότι έκανε ωραία ομελέτα και γιατί ήταν το μόνο πραγματικά «ιδιαίτερο» μοντέλο.

Στην κατηγορία των αντικειμένων θα ανήκουν παντός είδους τοστιέρες.

Αν θα κάνουμε πορείες:

- όχι.

Αν θα τρώμε ό, τι θέλουμε:

- ναι, αλλά θα νηστεύουμε το γάλα εις ένδειξη διαμαρτυρίας.

Αν θα παίρνουμε θέση για τα υπόλοιπα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα που θα απασχολούν τον τόπο μας.

- όχι, γιατί οι θέσεις προορίζονται για άτομα που τις έχουν ανάγκη.

Αυτά προς το παρόν. Ισιώστε τους φιόγκους σας!


Τεύχος 18

To Prits

ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ


Τεύχος 18: ο ταχυδακτυλουργός.

Η Γυάλινη Σφαίρα

Είναι μαγεία, είναι σύννεφο?

Εσείς είστε βλάκας?



Τι είναι επιτέλους?


Όλα τα άρθρα σε αυτό το τέυχος θα αρχίζουν με τη φράση «ουκ ολίγες φορές». Είναι όρος αυτό. Υπάρχει λόγος, σοβαρός (που είμαι ωραίος).

Ο Λίο Κτα υπήρξε ίσως η σπανιότερη μορφή φιλοσόφου της Άπω Ανατολής. Στα νεανικά του χρόνια και για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, έκανε υπασπιστής του Λάο Τσουδεθέλωσουείπαρεαρχίδι, αλλά γρήγορα τα παράτησε, γιατί κατάλαβε ότι ο πατέρας του τον είχε σπρώξει σε αυτή την επιλογή, κάνοντάς του μάλιστα και μία μεγάλη μελανιά στην αριστερή ωμοπλάτη. Παράτησε λοιπόν την καριέρα του στο στρατό και αφού περιπλανήθηκε για επτά περίπου χρόνια στα χωριά της νοτιοανατολικής Κίνας φορώντας μαντήλι μαύρο, αποφάσισε να καταλύσει σ’ ένα μυτερό βράχο και να το φιλοσοφήσει έως ότου καταφέρει να βολέψει τον κώλο του. Οι λιγοστές πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας σχετικά με τη ζωή και τη δράση του, προέρχονται από τις μαρτυρίες κατοίκων των γύρω οικισμών, οι οποίοι – Κινέζοι όντες – κατείχαν από τότε την τέχνη της στενογραφίας και όχι μόνο. Εδώ παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα της διδασκαλίας του πάνω στο θέμα της γενετήσιας ορμής, το οποίο, καθώς φαίνεται, τον απασχολούσε ιδιαίτερα, κυρίως τις ώρες του δειλινού:

«Ουκ ολίγες φορές κοιτάμε το Θεό να κάνει κατακόρυφο. Το πότε ακριβώς, συνήθως μας διαφεύγει, αλλιώς θα ήμασταν σε θέση να βγάζουμε πάρα πολλά χρήματα, χωρίς να χρειάζεται να συναναστρεφόμαστε κανέναν άλλον, εκτός από τον άλλο(ν) μας εαυτό. Υποτίθεται ότι το πόστο του Θεού είναι να είναι παντού, να «είναι» γενικώς, σε τέτοιο βαθμό που να μη μας αφήνει ησύχους ούτε στην τουαλέτα. Υπάρχουν όμως ορισμένες στιγμές στη ζωή, όταν η παρουσία του Θεού (του όποιου, δε θα τσακωθούμε τώρα), είναι ιδιαιτέρως έντονη κι αν σου κάτσει, σου έκατσε και μετά δεν το ξεχνάς και έκτοτε παραμένεις ένας κοινός εξιδανικευτής ηλίθιος, που νομίζει ότι τα είδε όλα και δεν μπορεί να πάει πουθενά παρακάτω. Το χειρότερο είναι ότι πιθανότατα έχεις απόλυτο δίκιο.

Έπεται η εξιδανίκευση των διαφόρων κατά τα άλλα κοινών και βλακωδέστατων καταστάσεων της ζωής, την αισθητηριακή συνάντηση με το υπερόν? Ιδού ένα τεράστιο ερώτημα. Διότι τι σκατά, γιατί να θεωρούμε ορισμένες αηδίες σε αυτήν τη ζωή, ως τέλειες αηδίες, αυτό σημαίνει ότι αν μη τι άλλο, βρισκόμαστε σε επαφή με το σπέρμα της τελειότητος που φέρουμε εντός μας, ως κατά τα άλλα εντελώς ατελή όντα. Ιδιαιτέρως κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, όταν ο άνθρωπος, αθώος ων, συναντά τη μέγιστη ηδονή, είναι σύνηθες να εξιδανικεύει το πρόσωπο με το οποίο συνευρέθηκε, θεωρώντας το αναντικατάστατο και μοναδικό, ακριβώς επειδή δεν είχε το θάρρος να συνευρεθεί με πολλά άτομα ταυτοχρόνως, έτσι ώστε να γλιτώσει τουλάχιστον το ζυγό της μονομανίας. Κατά τα άλλα, η ηδονή υπόσχεται το μεγαλύτερο τίποτα. Η δε επίδρασή της, θεωρείται αναπόφευκτη, ειδικά αν δε φοράτε κάλτσες κατά τη διάρκεια της πράξης.»

Το συγκεκριμένο απόσπασμα, είναι άκρως ενδεικτικό της φιλοσοφίας του Κτα και κατάφερε να αποτελέσει το μήλον της έριδος μεταξύ επιφανών κατόχων της έδρας της Οντολογικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης κι αυτό διότι πολλοί εξ’ αυτών, θεώρησαν ότι ο τύπος αποκλείεται να μην είχε ταξιδέψει στην Ευρώπη, ακόμα κι αν είχε ληγμένη βίζα, γιατί αυτά που λέει, είναι απόρροια της φροϋδικής θεώρησης. Άρα πώς τα λέει; πώς είναι σε θέση να πραγματεύεται καν την ιδέα της εξιδανίκευσης τόσους αιώνες πριν; Προφανώς, κάτι πήγαινε θεόστραβα.

Μιλώντας για εξιδανίκευση, μια ιδέα που καλά καλά, ούτε ο Φρόυντ δεν είχε καταφέρει να εισαγάγει στο πλαίσιο της φιλοσοφικής σκέψης ομοιόμορφα, ο Κτα εγείρε ένα μέγιστο προβληματισμό στους δυτικούς ακαδημαϊκούς κύκλους. Κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η κινεζική διανόηση ήταν τόσο μπροστά και ότι η δυτική έπετο και έρπετο, τρώγοντας όλο το καυσαέριο από την εξάτμιση. Κι όμως, τα πράγματα ήταν για μία ακόμη φορά «κατάτι» απλούστερα: ο κινέζος απλώς είχε δει μια βλαχάρα με μεγάλα βυζιά. Ο δυτικός, ακόμη έψαχνε το πουλί του.


Ως γνωστόν, ως περιοδικό και ως άνθρωποι, ενθαρρύνουμε τους αναγνώστες μας να προβληματιστούν πάνω στην πορεία του κόσμου. Μερικοί προβληματίστηκαν (με τον τρόπο του ο καθένας) και μας απέστειλαν το παρακάτω κείμενο. Πέρσι. Αλλά επειδή εμείς είμαστε ελαφρώς ανοργάνωτα παιδιά, το δημοσιεύουμε φέτος. Τώρα ωρίμασε ο χρόνος.

ΒΙΟΠΟΛΙΤΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ

ΜΕΛΕΤΗ

ΠΕΡΙ ΠΟΡΔΗΣ

Τι εστί πορδή;

Ιδού εν λίαν σοβαρόν αντικείμενον ιδιαιτέρου προβληματισμού το οποίον χρήζει προσεκτικής μελέτης.

Προκειμένου να λύσω τον άκρως ενδιαφέροντα αυτόν προβληματισμόν, ανέτρεξα εις το Μέγα Ελληνικόν Λεξικόν του Βυζαντίου (έκδοσις 1881) εις το οποίον ανεύρον τους εξής ορισμούς: «Πορδή είναι ο μετά κρότου εξερχόμενος του αφεδρώνος άνεμος» εκ του ρήματος πέρδομαι (μέλλων: περδήσομαι, παρακ.: πέπορδα). Επίσης η κοινή ονομασία του ρήματος πέρδομαι είναι «κλάνω», ή «κλάζω» ήτοι «κάνω κλαγγήν, βροντώ καθώς τα πτερά των πετώντων ορνέων ή η κόρδα του τόξου».

Οι λίαν περιεκτικοί ούτοι ορισμοί, έχουν ανάγκην αναλύσεως και ερμηνείας.

Δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός πορδής και ανέμου. Όπως οι άνεμοι αναλόγως της εντάσεως, της διευθύνσεως κλπ, αποκτούν ιδιαιτέρας ιδιότητας και ονομασίας, ούτω και αι πορδαί, αναλόγως της εντάσεως, της ηχηρότητας, της πλαστικότητας, της μουσικότητας, της διάρκειας και άλλων ιδιαζόντων χαρακτηριστικών, διαιρούνται εις τέσσερας βασικάς κατηγορίας:

1. Η «Βόρεια» ή <Βαρδάρειος πορδή>: προσομοιάζουσα προς βόρειον άνεμον, εκδηλώνεται μετά μεγίστου κρότου, βροντερή, βορβορώδης, μπουμπουνιστή ως κεραυνός του Διός: Μπρρρρρρρρρρ...

2. Η «Νότια» ή <ζούφια>: ήπια, αχνή, υπόκωφος, λεπτεπίλεπτος, ως αύρα της θαλάσσης: Φφσσσσστ...

3. Η «Δυτική»: μπιρμπιλωτή, κροταλίζουσα, πιτσικάτη, κατά ριπάς «κομπολογάτη»: Πρ πρ πρ...

4. Η «Ανατολική»: παραπονιάρικη, μακρόσυρτη ως τούρκικος αμανές, συρρίτουσα ως πίπιζα ή ζουρνάς: Βζζζζζζιιιιιιιιιτ...

Όλα αυτά τα ηχοχρώματα και αι εκφραστικαί ποικιλίαι της, ώθησαν τους ερευνητάς να της δώσουν ανθρωπομορφικήν υπόστασιν και να αποκαλέσουν την πορδήν «απεγνωσμένη προσπάθεια του κώλου προς ομιλίαν»

Θα πρέπει εδώ να γίνει αναφορά εις δύο ιδιαιτέρας μορφάς πορδής. Η μια είναι γνωστή ως <ούριος άνεμος>, είναι η εξερχόμενη ταυτόχρονα με την ούρησιν και η δεύτερη είναι η εκπορθητική, η εξερχόμενη κατά την προσπάθειαν εκπόρθησης δυσχερώς διανοιγομένων αντικειμένων και λοιπών ζόρικων περιπτώσεων. Μια τρίτη μορφή, η υγρά πορδή (πράγματι ιατρικός όρος) είναι εκείνη ήτις διαφεύγει εκ του αφεδρώνος εκ παραδρομής ή εκ κακού υπολογισμού συνοδευομένη υπό υγρών λυμάτων. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η συζήτηση περί Ανέμων και Υδάτων λαμβάνει ουσιαστικήν τροπήν.

Από αρχαιοτάτων χρόνων η πορδή είχεν απασχολήσει την ανθρωπίνην διανόησιν. Η αρχαία ρήσις «έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν» παρέμεινεν μέχρι σήμερον και δεν αφορά μόνον τους καταγομένους από την πόλιν των Κλαζομενών, ή οποία ειρήσθω εν παρόδω ιδρύθη υπό του Κολοφώντος (λεξικό Ελευθερουδάκη)...

Σύμφωνα με την Ευαγγελικήν Γραφήν, ο Ιησούς κλάσας τους πέντε άρτους έκαμνε την πρώτην κλωνοποίησην με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των άρτων. Την ιδιαιτερότητα αυτήν σεβόμενη η κυρά Συραγώ εκ Μηλέων Πηλίου, κάθε φορά που ο ιερεύς αναφέρεται στο γεγονός αυτό, κάνει τρεις φορές ευλαβώς τον σταυρό της αναφωνούσα: «την πορδίτσα σ’ Χριστέ μ’ προσκυνώ».

Μεγάλη είναι η συμβολή της πορδής εις την κοινωνικήν καταξίωσην. Είναι γνωστόν το ρήμα το δηλωτικόν του πέρδεσθαι (η σοβαρότης του κειμένου και η αξιοπρέπειά μου δε μου επιτρέπουν να το χρησιμοποιήσω). Παράγωγα του ρήματος αυτού είναι αι λέξεις: Κλάσις, Κλασικός, Κλάσμα κ.ο.κ. Είναι γνωστόν ότι οι άνθρωποι ανάλογα με την ποιότητα της κ λ α γ γ ή ς του αφεδρώνος των, κατατάσσονται εις κλάσεις Α, Β, Γ κλπ και λαμβάνουν αναλόγους θέσεις εις θέατρα, αεροπλάνα, κλπ. Η επιλογή γίνεται υπό εξειδικευμένων πορδολόγων με εξαιρετικώς ευαίσθητα ηχοληπτικά μηχανήματα τα οποία καταγράφουν τις απαραίτητες ηχοχρωματικές και μουσικές λεπτομέρειες του «ανέμου» των δια την αδιάβλητον επιλογήν. Οπωσδήποτε λαμβάνονται υπ’ όψιν και αιοσφρητικαί ιδιαιτερότητες. Εκ των ατόμων της Α κλάσεως, γίνεται έτι περαιτέρω επιλογή και αυτών των οποίων η πορδή ακούγεται ευγενικά, γλυκά, απαλά, με τον ήχο <ββιιιπ...> κατατάσσονται εις τους VIP και τυγχάνουνπρονομιακής μεταχειρίσεως. Ούτω γινεται έτι επικαιρότερον το παλαιόν ρητόν: «Οία η πορδή τοιάδε και η ψυχή». Κατόπιν όλων αυτών δεν απαιτείται πλέον η σύνταξη μετά συγχωρήσεως (κοινώς «με το συμπάθειο») η ερώτηση «έχετε κλάση;» από τον φόβο ακουστικού συνειρμού με την ερώτηση «έχετε κλάσει;», αφού για να έχεις κλάση πλέον, πρέπει προηγουμένως να έχεις κλάσει...

Την καταξίωσιν της Πορδής εις το κοινωνικόν γίγνεθαι, αποδεικνύει και το γεγονός ότι από μακρού, εις τας επισήμους συναλλαγάς του κράτους, αι αιτήσεις γίνονται επί ημικλάστου χάρτου. Το έτερον ήμισυ μη πεπορδισμένου χάρτου διατηρείται εν εφεδρία δια την συμπληρωματικήν πόρδισιν κατά την ενδεχόμενην απόρριψιν της αιτήσεως με την γνωστήν πορδόηχον εκφoράν: πριτς

Κατά τη Βυζαντινήν περίοδον, επίζηλος ήταν ο τίτλος του Παρακειμωμένου ή Κλανορρούφα.

Τέλος εις την σημερινήν εποχήν της ταχύτητος, ο χρόνος δε μετράται πλέον εις δευτερόλεπτα, αλλά εις κλάσματα του δευτερολέπτου και είναι γνωστόν ότι ο ορισμός κλάσμα του sec είναι ηχοποίητος, συνοδεύεται υπό οριζοντίου χειρονομίας της ημικλάστου εις τον αγκώνα δεξιάς χειρός με εσφιγμένην την γροθιάν και ισοδυναμεί χρονικώς με τον χρόνον μονήρους πιτσικάτου εξαερισμού: κλατς!

Ένας προβληματισμός ο οποίος δεν έχει ακόμα λυθεί είναι αυτός του χρώματος της πορδής. Μετά από εμπεριστατωμένη ιατροδικαστικήν μελέτην του θέματος, έγκριτος και βαθυστόχαστος Εισαγγελεύς απεφάνθη ότι το χρώμα πρέπει να είναι κίτρινο. Η βιβλιογραφία της μελέτης αυτής, αυτή τη στιγμή μας διαφεύγει,αλλά οπωσδήποτε το χρώμα δεν μπορεί να είναι ερυθρόν, διότι εις την περίπτωσιν αυτήν θα ήτο δυνατή η βαφή κατά το Πάσχα ωών και ως γνωστόν «με τις πορδές δε βάφονται αυγά!». Εις επίρρωσιν της απόψεως αυτής έρχεται και το γεγονός ότι ο Διάβολος κατετροπώθη όταν διετείνατο ότι μπορεί να κάνει τα πάντα και ο αντίπαλός του πορδισθείς του εζήτησεν: «αν μπορείς βάψ’ την πράσινη!»

Εις μίαν μελέτην την οποίαν είχα κάνει κατά τη διάρκεια της βασικής μου εκπαιδεύσεως εις τους σρατωτικούς θαλάμους, είχα αναπτύξει τη χρησιμότητα της πορδής στην πολεμικήν ικανότητα των στρατιωτών, καθώς και την βελτίωσιν της πολεμικής τακτικής. Προς τον σκοπόν αυτόν αποσκοπούσε άλλωστε και ο καθημερινός σιτισμός με πορδογόνα σιτηρέσια όπως όσπρια, κρόμμυα κλπ. Την μελέτην αυτή υπέκλεψαν αι μυστικαί δυνάμεις των φονταμενταλιστών αι οποίαι δολίως έπεισαν τους Αμερικανούς να ρίψουν στο Αφγανιστάν, με το πρόσχημα της ανθρωπιστικής βοήθειας, κονσέρβας με το κατ’ εξοχήν πορδοπαραγωγικόν όσπριον, τους φασιόλους. Στόχος ήταν να «ενεργοποιηθούν» οι μαχηταί Ταλιμβανισταί και ο αρχηγός τους «Προσγειωμένος Φασιόλος» (Bean Landed). Με βάσιν την ανωτέρω μελέτην, έχει επιτευχθεί με ειδική επεξεργασία η εκμετάλλευση της τρομερής ενεργειακής δύναμης της Πορδής. Ούτω έχει αποφασισθεί, με μια βελτιωμένη μορφή «Βασιλικής Κλανιόλας» να συλλέγονται τα αέρια όλων των πολιτών, τα οποία θα διοχετεύονται σε ειδικά διυλιστήρια από τα οποία θα παρέχεται το μεταλλαγμένο αέριο για την κίνηση αυτοκινήτων, λειτουργία καυστήρων κεντρικής θέρμανσης κλπ. Ήδη, όλες οι πόλεις της Ελλάδος έχουν ανασκαφεί για να περάσουν οι σωλήνες του «φυσικού αερίου» αυτού.

Η πρόοδος της βιοτεχνολογίας έχει επηρεάσει δραματικά και την εξέλιξιν της Πορδής. Ήδη έχει επιτευχθεί με την λήψιν ορισμένων ουσιών υπό μορφήν χαπιών, η δυνατότητα να αλλάσσει η οσμή της πορδής σε ευχάριστον άρωμα λεβάντας, γιασεμιού, perfume d’ amour, Dior κλπ. Αι κυρίαι δύνανται πλέον να παραγγέλουν το προσωπικόν πορδικόν άρωμα κατά περίπτωσιν ανάλογα με τα φυσιογνωμικά των χαρακτηριστικά, με την ένδυσιν, τας απαιτήσεις του συντρόφου κλπ. Ιδιαίτεραι κοινωνικαί ομάδες είναι δυνατόν να μεταβάλλουν το βιολογικό τους άνεμον αναλόγως των περιστάσεων. Ούτω επί παραδείγματι, Επίσκοποι, Ιερείς και γενικώς Ιερωμένοι, μετατρέπουν τον εξαερισμόν των εις λιβανωτόν, θυμίαμα κοκ.

Ουχ ήττον όμως υπάρχει και η κακή πλευρά της προόδου της βιοτεχνολογίας. Είναι δυνατόν άτομα μιθριδατισμένα και εξοικειωμένα στη δική τους πορδή, να επιτυγχάνουν μετάλλαξη και να μεταβάλλεται η πορδή σε άοσμο βιολογικό τοξικό αέριο, χωρίς οι ίδιοι να κινδυνεύουν. Είναι ορατός ο τρομερός κίνδυνος. Με μία πορδή είναι δυνατόν να γίνει Αρμαγεδδών. Να γιατί στην Αμερική πλέον όλοι κυκλοφορούν με αντιασφυξιογόνους μάσκες. Φοβούνται τις πορδές! Κοινώς «έχουν κλάσει μαλλί»...

Τεύχος 24



To Prits
ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ
ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ





Τεύχος 24: ιστορικό.
- πώς να στολίσετε το δέντρο σας.
- πρωτότυπες ιδέες για χειροποίητα δωράκια στις γιορτές.
- συνταγή για βασιλόπιτα.
- μόδα για το ρεβεγιόν.



Το σπαθί και το νεράντζι.

Και έτσι λοιπόν σταμάτησε ο χρόνος. Εκεί που περιμέναμε τον κόσμο να σταματήσει, τσουπ! σταμάτησε ο χρόνος. Πότε σταματάει ο χρόνος? Όταν δε θυμάσαι και πολλά από το «πριν» και αμφιβάλλοντας για το μετά, ζεις σε ένα διαρκές «τώρα». Με τον ισχυρό που μιλάμε στο γελοίο τηλεφωνάκι του σκάιπ, δεν ξέρουμε μερικές φορές αν πρέπει να κλάψουμε ή να γελάσουμε. Τέτοιο νευρικό γέλιο είχε να μας πιάσει καιρό, αλλά και τέτοια αμηχανία και τόσο πρόβλημα, η δική μας ηλικία δεν το έχει ξαναζήσει. Αυτό είναι γεγονός.

Σκεφτόμασταν όταν τελειώσει τουλάχιστον κάποια μεγάλη αναμπουμπούλα, να μην ξεχάσουμε τις εικόνες ή τις φράσεις που μας έκαναν να κλάσουμε στο γέλιο. Όμως έτσι όπως είμαστε, δεν ξέρουμε πια τι θέλουμε να τελειώσει. Δεν ανήκουμε στην κατηγορία αυτών που αναρωτιούνται γιατί.    

Με την ευκαιρία, θέλω να πω ορισμένα πράγματα (προσοχή πολλά) και να τα αφιερώσω σε όσους σιχαίνονται τα θεωρητικά μαθήματα (έκθεση, νεοελληνική γλώσσα κλπ) και τους αρέσουν μόνο οι πράξεις (μαθηματικές ή μη).  Η μαλακία είναι ότι στα θέματα που θα έπρεπε να έχω απόψεις του στυλ 1, 2, 3,  δεν μπορώ να έχω τέτοιες απόψεις. Και σε ένα θέμα που ίσως και να μην ταιριάζει η απαρίθμηση των ιδεών, τότε αισθάνομαι τη βαθύτατη ανάγκη να βάλω αρίθμηση. (Θα βάλω γράμματα για να είμαι εντάξει)

α. Δολοφονήθηκε ένα παιδί. Δολοφονήθηκαν 180.436.879 παιδιά μαζί.

Και ξαφνικά αποφασίσαμε την ώρα να πατσίσουμε. Να βγει κάτι από όλο αυτό. Χρησιμοποιώντας τον πιο απλό μέχρι τον πιο δύσκολο τρόπο, πρέπει κάπως να ισοσκελίσουμε αυτή τη μαλακία που ουσιαστικά προϋπήρχε. Πώς κι έτσι; διότι το τάιμινγκ είναι τέτοιο μπλα μπλα μπλα, που δεν επιτρέπει πλέον καμία ανοχή και καμία συγκάλυψη. Τόσο η πολιτικοοικονομική συγκυρία μπλα, μπλα, όσο και τα μέσα, ήταν σε θέση να δημιουργήσουν ένα έδαφος τέτοιο, ώστε αυτή τη φορά, μπλα, να μην περάσει ατιμώρητη μία πράξη κατάχρησης εξουσίας. Να μην ησυχάσουμε εύκολα μετά από δολοφονία παιδιού που διέπραξε κρατικός υπάλληλος. Αυτά προλάβανε να μας τα πούνε.     

β.  Οι προϋποθέσεις είναι γνωστές. Για κάποιους μάλιστα από εμάς αποτελούν αυθεντικό βίωμα, όχι απλή τσόντα ρεπορτάζ. Και μιλάω για τις απλούστερες προϋποθέσεις που έχουν να κάνουν με τη στροφή ενός ανθρώπου εναντίον της εξουσίας. Όχι για την έκφραση αυτής της εναντίωσης με βία απαραίτητα, γιατί κάποιοι είμαστε πολύ φλώροι, αλλά για την περίφημη «οργή κι αηδία (για το σημίτη)» κάθε φορολογούμενου πολίτη ή πιο γενικά κάθε ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ πολίτη. Κολλάμε ένσημα από τα 18 μας και αυτή τη στιγμή, πολύ δύσκολα θα βρούμε ένσημα να κολλήσουμε. Απλώς. Για κάποιους είναι τεμπελιά, αλλά εγώ μέσα μου πιστεύω-ξέρω, ότι απλώς αρνούμαι να εργαστώ υπό μαλακισμένους όρους. Και αρνούμαι όσο αντέχω και θα αντέχω όσο αρνούμαι. Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, φυσικά εξακολουθώ να εργάζομαι σε ό,τι δεν πιστεύω ότι προσβάλλει το βαθμό της ελευθερίας που εγώ έχω ορίσει ως απαραίτητο για να ΖΩ. Δεν μπορώ να σπάσω τίποτα εκτός από τη δική μου προσωπική περιουσία και είμαι φλώρος γιατί τελείωσα το αρσάκειο και ο μόνος άνθρωπος που με έχει χαρακτηρίσει ποτέ αναρχική είναι ο πρώην εργοδότης μου.

γ. Τα μέσα. Συμφωνούμε όλοι ότι σε στιγμές κρίσης είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσουμε να λέμε ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του. Κατά μία έννοια αυτός είναι και ο σκοπός, ναι. Να γίνουμε συμμέτοχοι, να βγάλουμε άλλο ένα δισεκατομμύριο μανιφέστα για το πώς να κάνουμε και το τι πιστεύουμε. Και το κάνουμε. Χωρίς να υποτιμώ την αξία του σοκ, κάπως έτσι δημιουργήθηκαν και τα κόμματα και μετά οι φράξιες και όλα τα παρόμοια θεωρητικοειδή σχήματα που όρισαν αργότερα την «οργή» του κάθε κοινωνικού στρώματος. Κάπως έτσι αρχίζει να σκέφτεται και ο κόσμος ότι δεν είναι μόνος του.
Αλλά είναι πολύ επικίνδυνο, σε τέτοιες στιγμές να επιλέγεις να εκφράζεσαι με απόλυτο τρόπο. Γιατί αν γίνει κάτι, κάτι άσχημο ή και κάτι απλώς ηλίθιο, μπορεί –λέω μπορεί-, να μην μπορέσεις μετά να το μαζέψεις. Η ευθύνη των λεγομένων, τουλάχιστον για όσους έχουν εκπαιδευτεί, είναι μία από τις παραμέτρους αυτού του πολύ ύπουλου μηχανισμού που λέγεται γραπτός λόγος. Με τα σύγχρονα μέσα: «λόγος που καταγράφεται». Κάποιοι διαστροφικά τον σεβόμαστε ακόμα και μπροστά σε αυτά τα γεγονότα. Και υπογραμμίζω το «διαστροφικά».
Άλλη μία παρατήρηση θα ήθελα να κάνω όσον αφορά στο ζήτημα της δαιμονοποίησης της τηλεόρασης. Αχ αυτή η τηλεόραση, αυτό το διαβολικό, κατάπτυστο μέσο που έχει ως αποστολή να αποπροσανατολίσει τις μάζες και έχει αυτή την κορυφαία –πάντα κακή- επίδραση πάνω σε ό, τι πρόκειται να συμβεί. Εδώ θα μου χαρίσω την τούμπα να γίνω εγώ απόλυτη: η τηλεόραση κατά την άποψή μου είναι το νο1 ισχυρό μέσο αυτή τη στιγμή. Ήταν (από τη στιγμή που διαδόθηκε) και θα συνεχίσει να είναι. Μέχρι να δώσει τη σκυτάλη αλλού, ο επόμενος (το ίντερνετ π.χ.) ακόμα περιμένει στη βάση του σε ό,τι αφορά τη χώρα που ζούμε. Το θεωρώ άδικο για όσους δουλεύουν εκεί, να χαρακτηρίζονται συνέχεια ως πουλημένοι διαβολείς, αυτό πιστεύω εγώ τουλάχιστον. Προσφέρουν εικόνα, πολλές φορές υποκείμενη σε αυστηρούς κανόνες, αλλά την προσφέρουν σε ΠΑΡΑ πολύ κόσμο. Εδώ είμαστε ακόμα και εμένα προσωπικά δε μου αρέσει αυτή η γενίκευση. Θεωρώ ότι υποτιμά και τους θεατές και τους ανθρώπους που δουλεύουν εκεί (χωρίς όλοι αυτοί να είναι κουμπάροι μου) και δουλεύουν πολλές φορές για να «εκφράσουν» ένα τεράστιο μέρος της κοινωνίας μας. Η τηλεόραση παραμένει ένας ισχυρότατος δείκτης του τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Όποιος την υποτιμά άκριτα, υποτιμά ταυτόχρονα τον ίδιο τον τηλεθεατή. Χωρίς να τον ξέρει και χωρίς να είναι στο κεφάλι του την ώρα που αυτός «βλέπει» και σκέφτεται ό, τι σκέφτεται. Είναι πολύ λίγο να νομίζεις ότι όλοι όσοι ενημερώνονται από την τηλεόραση είναι κοινοί ηλίθιοι, επειδή αυτό που βλέπουν εκείνη τη στιγμή τυγχάνει ηλίθιο για τα δικά σου γούστα.

δ. Το πιο σημαντικό. Οι άνθρωποι.
Νομίζω ότι είμαστε όλοι συνεπαρμένοι και με την καλή και με την κακή έννοια. Αυτό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μας και τίποτα δε μας σώζει από αυτό τώρα. Αλλά θα επέμενα στο εξής: το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι το να αρχίσουμε να θεωρούμε ότι εμείς έχουμε το δίκιο έναντι των άλλων. Όλη αυτή η παπαριά του να μας είναι συνέχεια τόσο εύκολο να υποτιμούμε τον άλλον. Τον μπάτσο, το γέρο, τον «δεν ξέρεις εσύ». Δεν ξέρεις εσύ;
ΕΣΥ δεν ξέρεις τι ξέρω.

Είναι πολύ εύκολο να επιδοθούμε σε πράξεις και λέξεις απαξίωσης του διπλανού μας, επειδή ξαφνικά όλοι συζητάμε και εμάς έχρισαν ως «ειδικούς». Δεν είναι πρόβλημα, είναι φυσικό, αλλά είναι απλώς και κίνδυνος. Πρέπει να συνειδητοποιούμε το πόσο το όποιο πνεύμα του καθενός από εμάς, είναι από μόνο του ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αντιφάσεων. Εδώ δεν είναι κανένας ειδικός. Είμαστε όλοι παρατηρητές, φταίχτες και δυνάμει προβληματιζόμενοι ή φορείς μιας άποψης, έντονης, άτονης. Το χρέος του καθενός το ορίζουν οι δικές του, πολύ προσωπικές εμπειρίες και δεν υπάρχει κανένας «έτερος», που να μπορεί να ορίσει τις συντεταγμένες της δράσης που αυτός θα θελήσει να ακολουθήσει. Ούτε η παθητικότητα ακόμα δεν μπορεί να καταδικαστεί υπ’ αυτό το πλαίσιο, ακόμα κι αν πολλούς από εμάς μας εξοργίζει. Αλλά αν ελπίζουμε στο να έρθει ο άλλος για να μην είμαστε μόνοι μας σε όλο αυτό, οφείλουμε όσοι σκεφτόμαστε έτσι, να μην υποτιμούμε την ατομικότητά του, όπως και τη δική μας. Κοινά εγωιστικά ατομίδια? ναι, αλλά όχι απολύτως ανίκανα να στηριχτείς πάνω τους.

Και από την άλλη πλευρά ταυτόχρονα τυχαίνει να συνυπάρχουν με εμάς ακόμα πιο δύσκολα ατομίδια όπως ο μπάτσος. Που στην προκειμένη περίπτωση σε βολεύει πολύ να τον εννοήσεις σαν σύμβολο, αλλά καθόλου σαν υπάλληλο, πόσο μάλλον σαν ένα ακόμα κοκτέιλ εκρηκτικών αντιφάσεων. Είναι μαλακία στην κρίση να σκέφτεσαι αυτές τις μαλακίες, αλλά ισχύουν. Εσένα κάνει χειρότερα το να μην μπορείς να βρεις ξεκάθαρο στόχο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια, τι να κάνουμε τώρα. Δεν βλέπουν όλοι στο μπάτσο το σύμβολο, γιατί δεν είχαν όλοι τις ίδιες εμπειρίες. Δεν είχαν όλοι την πολυτέλεια να έχουν ώριμους θυμούς και άριστα αντανακλαστικά Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν έχει άριστα αντανακλαστικά. Είναι μπούρδα, τι να κάνουμε τώρα. Η ευκαιρία είναι να θυμώσουμε σκέτα, όχι να γίνουμε κοπάδι και απλώς να εξωθήσουμε τους εαυτούς μας σε εμπειρίες που θα μας κάνουν να νιώσουμε ίδιοι ή συμμέτοχοι. Δεν είμαστε ίδιοι ρε φίλε. Εγώ δεν ψάχνω για το νέο εξουσιαστή μου με τα καλά κοινωνικά αντανακλαστικά. Και ούτε φοβάμαι γιατί έτσι κι αλλιώς από πριν έβλεπα τι γίνεται. Αλλά αυτή η φάση της <ούτω πώς> κατεύθυνσης, που ήρθε ή θα έρθει, γιατί δεν μπορεί να μην έρθει, μετά από μία υγιή και -κατά τύχη – αναίμακτη σύρραξη, δε με αφορά. Γιατί είναι δικαίωμά μου να μη με αφορά μία σύρραξη ανάμεσα σε οπλισμένους υπαλλήλους και άλλους συμπολίτες μου, που καλώς έκαναν και επέλεξαν τον άμεσο τρόπο που θέλησαν να εκφραστούν. Με αφορά το να συνεννοούμαι, όσο αυτό είναι δυνατόν, ακόμα και σαν ηλίθια.

ε. το αν θα στραφώ τελικά κάπου, είναι δικό μου θέμα. Όπως το αν αισθάνθηκα σκατά, τι είδους σκατό αισθάνθηκα και πώς θα το μετουσιώσω σε ενεργητική δράση ή ποιά θα είναι είναι αυτή, είναι δικό μου πρόβλημα. Όπως ήτανε και χρόνια πριν αιτηθεί ο καθένας το να γίνω εγώ δημιουργική ως προς την αντίδρασή μου. Αν θέλει κάποιος να ανιχνεύσει τα όρια της «κανονικής» αντίδρασης, ας αρχίσει πρώτα από τη ζωούλα του και να μην ευαγγελίζεται την πολλή αντίδραση, γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος από αυτόν της αυτοδιάψευσης. Και φυσικά δε μιλάω για τους μαθητές. Μιλάω για εμάς, τους ήδη «κάπως εργαζόμενους» ή ενταγμένους και υπεύθυνους για αυτό που λέγεται κράτος και εξουσία με την όποια της μορφή.

στ. Ό, τι έγινε, έγινε και πρέπει να γίνεται από πλευράς αναταραχής. Το κρίνει το ένστικτο και η πραγματικότητα σκεπτόμενων και καλά γυμνασμένων ανθρώπων. Ντρέπομαι που δεν απέσπασα νωρίτερα την πληροφόρηση που όφειλα να έχω όσον αφορά στο θέμα της αστυνομικής βίας και τις δολοφονίες που έχουν ήδη γίνει. Γεννήθηκα στα εξάρχεια, μεγάλωσα στα εξάρχεια και δεν ήξερα ότι έχει δολοφονηθεί κι άλλο παιδί 15 χρονών, όταν εγώ ήμουν 3. Ντρέπομαι που εκτός από μία φορά πριν από 7 χρόνια, δεν ενδιαφέρθηκα για τα νομοσχέδια που περνάνε στη βουλή. Δεν ντρέπομαι για αυτό που έχω ψηφίσει μέχρι τώρα και ψηφίζω πάντα και στις δημοτικές εκλογές. 

και τώρα? με ποιόν θα πάμε εμείς που πραγματικά δε θέλουμε να υπακούμε σε τίποτα?














Σε αυτό το τεύχος έγινε διανομή για λόγους έκτακτης επικαιρότητας που ελπίζουμε να μην παραμείνει και πολύ έκτακτη. Σε πολλούς θα πάει μαζί με το τεύχος 23 (σε περίπτωση που σας το χρωστούσαμε). Σε άλλους όχι κι αυτό διότι φροντίσαμε να χρησιμοποιήσουμε όλη την τεράστια ταχυδρομική μας λίστα, ακόμα κι αν μας χρωστάνε.
Το Prits τα κάνει αυτά τα σκέρτσα, γιατί επιθυμεί να πηγαίνετε κάθε βράδυ για ύπνο τσαντισμένοι, θύματα βλακώδους προπαγάνδας και καλών τρόπων.