Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2016

ο γάμος στο πέραμα.

Κατάγομαι από μία αγωνιστική οικογένεια. 

Αυτή είναι μία πραγματικότητα, την οποία όσοι γνωρίζουμε έστω και λίγες πληροφορίες για το γενεαλογικό μας δένδρο τη μετερχόμαστε πολύ συχνά, αφενός για να κάνουμε εντύπωση στον περίγυρο (φορτώνοντάς τον με περιττές πληροφορίες για την προγιαγιά μας) και αφετέρου για να θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι μπορούμε να ΓΙΝΟΥΜΕ λίαν αγωνιστικοί, όταν οι συνθήκες τελικά το επιβάλουν.

Δεν είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι τον εαυτό μου, σε πλαίσιο συζήτησης κοριτσίστικης μεν αλλά σοβαρής, να περιγράφω σε έτερη άξια συνομιλήτρια με εξίσου αγωνιστικό παρόν και οικογενειακό παρελθόν, τη μαρμάρινη πλάκα που κοσμεί το πατρικό σπίτι της γιαγιάς μου και αναφέρεται στον πεσόντα αγωνιστή αδερφό της, μεγάλο μετρ του ανταρτοπολέμου.

Ή εναλλακτικά, τη θαμμένη βιβλιοθήκη του παππού μου με τα άπαντα του Μπακούνιν, την οποία ανακαλύψαμε αρκετούς μήνες μετά το θάνατό του, καθώς ο ίδιος είχε φροντίσει να την κρύψει καλά, μη μπορώντας να την κάψει προφανώς, μάλλον γιατί δεν του το επέτρεπε η βαθιά φιλελεύθερη φύση του να καίει βιβλία. Έχοντας αφιερώσει τουλάχιστον 5 χρόνια της νιότης του στον “τάδε” αγώνα, αποφάσισε ευτυχώς έγκαιρα ότι έχει μυαλό και πέρασε τα υπόλοιπα 55 ταγμένος στις επιχειρήσεις και στο να βρίζει τον κρατισμό και οτιδήποτε έχει να κάνει με βαριά φορολογία. Δεν πλήρωσε ποτέ του εισφορές και ενώ είχε κάνει λεφτά, πέθανε τυπικά πτωχός χωρίς σύνταξη. Αυτό σημαίνει αγώνας.

Ο κάθε αγώνας προϋποθέτει στόχο και ιδανικά. Ο στόχος είναι η τελική κατάσταση στην οποία πιστεύεις και ελπίζεις ότι θα περιέλθεις. Κάτι σαν όνειρο που για να το πετύχεις, χρειάζεσαι πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση από αυτή που έχεις στον ύπνο σου. 

Τα ιδανικά, είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιείς για να φτάσεις το στόχο. Πίστη στην ελευθερία, σε συνδυασμό με αφοσίωση, κτλ, διάφορες εκκεντρικές και μαλακισμένες παραλλαγές και συνδυασμοί έχουν προβλεφθεί στον τομέα των ιδανικών. Τα ίδια θα σου πουν και οι μεν και οι δε. Ακόμη και οι ορκισμένοι εχθροί μεταξύ τους. Το θέμα είναι ο στόχος, ο σκοπός.

Παλιά, στις αγγελίες συνοικεσίων έγραφε ο κόσμος “με σκοπό το γάμο”. Το γάμο Χριστιανέ μου, καταλαβαίνεις; το ΓΑ-ΜΟ. Την οικονομική εκείνη συνθήκη που θα επιτρέψει στον άντρα να διατηρήσει την οικονομική του επιβίωση - συνέχεια διαμέσου του γιου / γιων του και στη γυναίκα την αποκατάσταση και τη (γενικότερη) δικαιολόγηση της παρουσίας της στο σύμπαν διαμέσου της τεκνοποίησης (δηλ. της οικονομικής εξυπηρέτησης του άνδρα). Εδώ έχουμε το μεγαλύτερο αγώνα από όλους. Τον αγώνα ανάμεσα στη χρησιμότητα και την επιλογή. Στη φύση και το άπειρο. 

Όλοι - οι περισσότεροι (ιστορικά) δηλαδή - διαλέξανε τη φύση.

Τι κάνουμε όμως τώρα, που δεν έχουμε τέτοια ιστορικά προβλήματα και παντρευόμαστε μόνο από επιλογή;

Όταν τέθηκε το ζήτημα (σε στενό πλέον κύκλο αγωνιστών και στο τώρα), “ποιο είδος γάμου είναι τελικά αποδεκτό;” η απάντησή μου ήταν μία, σαφής και σύντομη:

Ο μόνος υπαρκτός τύπος γάμου, είναι ο συμβατικός γάμος. Δεν υπάρχει ΚΑΝΕΝΑΣ τρόπος, ο οποιοσδήποτε γάμος που θέλει να λέγεται “γάμος”, να είναι αποδεκτός αν δεν ακολουθήσει την τελετουργία και τα ιδανικά του γάμου, που σκοπό έχουν το ΓΑΜΟ.

Νιώθω πολύ περήφανη για αυτή την απάντηση.

Είχα επίσης έτοιμο και το πλάνο – προτεινόμενη πρόταση γάμου: γάμος στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος. Το Πέραμα, το έχω επισκεφθεί άπειρες φορές, έχει μία υπέροχη ταβέρνα με αξιοπρεπέστατο φαγητό ακριβώς στην προβλήτα που φεύγουν τα φέρι για Σαλαμίνα, μία μικροαστικά υπέροχη εκκλησία δίπλα στους γερανούς, σπίτια χαμηλά, κάποιες πολυκατοικίες υψηλές για να θαυμάζουν και να επισκοπούν τη θέα του Περάματος όλες αυτές οι γενεές των ανθρώπων που επέλεξαν τελικά τη φύση τους (και τους αξίζει μπράβο), έχει πλατείες με συνθήματα πιο φασιστικέ, έχει όμως και ανθοδέσμες να κοσμούν ηρώα εργατικά και γιορτάζει την κάθε Πρωτομαγιά, με τον τρόπο που της αρμόζει.

Μάλιστα οραματιζόμουν και τους καλεσμένους. Διάφοροι φίλοι και γνωστοί, ντυμένοι σα μαλάκες, τούλια, γιαγιάδες, στη λίστα ΟΛΟΙ οι τελευταίοι ξάδερφοι και όλες οι υποχρεώσεις του μπαμπά σου, της μαμάς σου, της γιαγιάς σου και κυρίως της αδερφής της γιαγιάς σου.

Όταν αγωνίζεσαι, πρέπει να ξέρεις για τι αγωνίζεσαι. Πρέπει να ξέρεις το στόχο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2016

Το πρόβλημά μου με την Αμερική (νο7)

Η Αμερική είναι πολλά πράγματα για εμένα εκτός από τον κοινό μύθο της. 




Κατ’ αρχάς ήταν πάντα ένα σημείο βιωμένης εμπειρίας. Καλής εμπειρίας. Ένα καταφύγιο στο οποίο συνεχώς το ισοζύγιο καλών – κακών στιγμών έρρεπε προς τις πρώτες. Ήταν πάντα ένα μέρος οικείο. Και δεν ήταν οικείο επειδή εκεί έμενε κάποιος γκόμενος, όπως το Λονδίνο, ήταν οικείο γιατί εκεί έμεινε για πάντα το κομμάτι εκείνο του εαυτού μου που δεν ήθελε να γυρίσει πίσω στην «κανονική» του οικογένεια. Τη βιολογικά παραδεδομένη.

Η Αμερική υπήρξε πάντα για εμένα ένα πρόσφορο πεδίο επιλογής στο θέμα της οικογένειας. Ήδη από την πρώτη φορά που πήγα, επέλεξα ότι εκεί θα είναι η οικογένειά μου. Δεν ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα, να διαχειριστώ το φυσικό πατέρα μου, τη φυσική μαμά μου, τις αρρώστιες που κουβαλούσαν τόσο οι ίδιοι όσο και ο φυσικός παππούς μου, δεν ήθελα να διαχειριστώ το διαζύγιό τους το οποίο έπαιρναν εκείνη ακριβώς την περίοδο, τη μετακόμιση που θα επακολουθούσε, το θάνατο της φυσικής γιαγιάς μου που προγραμματισμένα επίσης θα επακολουθούσε και κυρίως: βαριόμουν να πάω σχολείο.

Η πρώτη μου φορά στην Αμερική ήταν οι διακοπές Χριστουγέννων του 1994 (αν θυμάμαι καλά). Ήμουν περίπου 12 χρονών.

Προτιμούσα να παραμείνω εκεί. Με ένα είδος ζωηρής φαντασίας και ιστορίας. Με ένα κενό, το οποίο επάξια νόμιζα ότι θα διαχειριστώ, γιατί τι διάολο, όλοι μου έλεγαν πόσο έξυπνη είμαι. Συν, έβλεπα με τα μάτια μου πόσο ωραία, απλή και μεγάλη χώρα είναι αυτή. 

Ναι, προτιμούσα η μαμά μου να με αφήσει καλύτερα εκεί.  

Στο αεροπλάνο για την επιστροφή μας στην Αθήνα έκλαιγα επί 10 ώρες. Τότε υπήρχαν ακόμη απευθείας πτήσεις με την Ολυμπιακή. Έκλαιγα – έκλαιγα – έκλαιγα και η μαμά μου δεν ήξερε πώς να με ηρεμήσει. Ή ευτυχώς ήξερε πώς να με ηρεμήσει. Μου έλεγε ότι θα ξαναπάω και ότι δεν τελείωσε ο κόσμος.

Μόλις γυρίσαμε στην Αθήνα, τσακισμένη από την επίσης πρώτη εμπειρία τζετ λαγκ, πρέπει να κοιμόμουν για περίπου 48 ώρες. Στη συνέχεια σηκώθηκα, έπαιξα με τον αδερφό μου (5 χρονών τότε ο αδερφός μου, πιθανότατα να τον βάρεσα και λίγο) και μετά έβαλα να ακούσω το ordinary world πάλι ή ό, τι σχετικό άκουγα από μουσική για να αντέχω τη μαλακία της μικρής μου ύπαρξης, τότε.

Μετά ξεκίνησε το σχολείο πάλι, πήγα (δεν είχα και άλλη επιλογή), έπαιζα με τα ξαδέρφια μου και τους φίλους μας τα σαββατοκύριακα, οι γονείς μου χώρισαν όπως ήταν προγραμματισμένο, η γιαγιά μου πέθανε από καρκίνο όπως ήταν προγραμματισμένο, έγινε μία σαρωτική μετακόμιση όλων μας, πουλήθηκαν σπίτια, δρομολογήθηκαν πωλήσεις οικοπέδων, η θεία μου άρχισε να χτίζει στο Χαλάνδρι για να φύγει από τα Εξάρχεια όπου τόσο η ίδια όσο και όλοι μας είχαμε μεγαλώσει και κατακουραστεί, πήρε μαζί της τον παππού που είχε εγκεφαλικό και ήτο σε αθλία κατάσταση (τουλάχιστον από πλευράς επικοινωνίας στο αρχικό στάδιο, μετά από όλες τις πλευρές), η μαμά μου δούλευε σαν το σκυλί για να μπορεί να πληρώνει τα ιδιωτικά σχολεία μας (εμένα και του αδερφού μου) και εγώ με τον αδερφό μου γυρίζαμε μαζί κάθε μεσημέρι από τη στάση του σχολικού, βρίσκαμε έτοιμο το φαγητό που είχε μαγειρέψει η δικηγόρος μαμά μου από τις 5.30 τα ξημερώματα (πριν μας πάει στη στάση του σχολικού) και περιμέναμε τη μαμά να γυρίσει κατάκοπη από τη δουλειά, για να ξεκινήσει άλλη μία υπέροχη μέρα. 

Πολλά μεσημέρια εκείνης της εποχής, έχανα τα κλειδιά του σπιτιού. Ήμουν 13, ο αδερφός μου 6 και καθώς περπατούσαμε την Καλλιδρομίου για να γυρίσουμε στην Τοσίτσα 21 όπου μέναμε, είτε μου έπεφταν τα κλειδιά στο δρόμο ή μου έπεφταν στο φρεάτιο του ασανσέρ. Μεταξύ πόρτας και καμπίνας. Καταλάθος.

Η μαμά ήταν φιούριους. 

Αλλά πάντα πολύ καλύτερα από την εποχή που ζούσαμε όλοι μαζί και με τον μπαμπά μου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2016

Προχτές μιλούσα με έναν φίλο στη δουλειά.


1 χρόνο πριν, το σέτινγκ κατά το οποίο μιλάω με «έναν φίλο στη δουλειά», δε θα μπορούσε παρά να είναι πολύ συγκεκριμένο:

Είμαι εγώ και ο <φίλος>, σε διπλανά <γραφεία>, πιθανότατα έχουμε κάποιες <μακέτες> μπροστά μας, πιθανότατα <στίβουμε> το κεφάλι μας για να απομυζήσουμε τα τελευταία ίχνη κουράγιου που χρειάζεται να διαθέσεις όταν πρέπει να συνδιαλλαγείς μέσω email με ένα τσούρμο έτερων δυστυχισμένων ανθρώπων, που επίσης κάθονται μπροστά από μία <μακέτα> και προσπαθούν να υπερασπιστούν (?), τα συμφέροντα της εταιρίας για την οποία εργάζονται (πιθανότατα απλήρωτοι ή υπο – πληρωμένοι).

Πρέπει το λογότυπο του τάδε ποτού, να είναι μεγαλύτερο από το λογότυπο του σταθμού ή αντίστροφα. Ας κάτσουμε να ανταλλάξουμε 132 μέιλ πάνω σε αυτό το μέγα θέμα στο οποίο εμπλέκονται λεφτά. Δηλαδή, ο σταθμός ή το ποτό την έχει μεγαλύτερη; Μέγα ερώτημα.

Επίσης: πού θα κολλήσουμε αυτές τις αφίσες; Σε ποιες ακριβώς κολώνες της Πέτρου Ράλλη; Φαινόμαστε; Ναι, ναι, φαινόμαστε. Φαινόμαστε όμως αρκετά; Ας βριστούμε πάνω σε αυτό.

Έτερα παράλληλα θέματα που θα με απασχολούσαν σε αυτό τo setting:

Τι θέλει να φάει αυτός ο ηλίθιος; Έχει κάποια αλλεργία;

Ένα μέλος του συγκροτήματος χρειάζεται φιάλη οξυγόνου. Πού μπορούμε να τη βρούμε;

Ένας έχει φέρει μαζί και τη γκόμενά του τελικά και θέλει να αλλάξει δωμάτιο. Σήκω στις 3 η ώρα το βράδυ να του βρεις το δωμάτιο γιατί είναι <σημαντικός> (=δεν κάνει τίποτα / δεν είναι χρήσιμος / απλώς φέρνει τη γκομενά του & μας κάνει κάποια κονέ)

ΣΤΗ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ, ΜΕ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΕΙ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΣΤΙΣ 4.40 ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΕΠΕΙΔΗ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΠΟΥ ΘΕΩΡΕΙΤΟ CHIEF – ΦΩΤΙΣΤΗΣ, ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΕ ΕΜΕΝΑ ΩΣ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΔΟΥΛΕΥΕ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ, ΟΤΙ ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΑΚΙ ΦΡΑΠΕ ΧΕΙΡΟΣ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΕΧΝΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΦΡΑΠΕ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΣΤΗΣΕΙ.

Επιστροφή στη σφαίρα της λογικής.

Είναι δύσκολη, δεν υπάρχει μερικές φορές. Το να μπορέσεις να συνειδητοποιήσεις ότι οι καταστάσεις έχουν πρόσημο, είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Στη δική μου περίπτωση, προφανώς και χρειάστηκαν 5 χιλιάδες μίλια(περίπου 8.000 χιλιόμετρα) απόστασης από τον παραλογισμό της ελληνικής κατάστασης για να αρχίσω να το συνειδητοποιώ ότι:

Α. όλες οι δουλειές είναι δυνάμει μαλακισμένες.

Β. Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα είσαι εσύ και ο ενθουσιασμός σου απέναντι στη δουλειά που κάνεις.

Γ. Η Διαπίστωση: όλοι είναι μαλάκες. Οι μαλάκες απλώς χωρίζονται σε

i. Μαλάκες που σε πληρώνουν
ii. Μαλάκες που δε σε πληρώνουν

Μόνο αυτό.

Θέλω να δώσω απίστευτο κουράγιο σε όλους του φίλους, που ξέρω και μη, οι οποίοι παιδεύονται ακόμη με δουλειές που αγάπησαν και τους γάμησαν επειδή ποτέ δεν τους ξεπλήρωσαν τα νεύρα που τους προκάλεσαν.

Θέλω να πω ότι αποτελεί παμμέγιστη αρρώστια το να αποσυνδέεις την εργασία από το χρήμα.

Καλώς ή κακώς, ο μόνη υγιής διάμετρος που υπάρχει ανάμεσα στο χρόνο που ξοδεύεις για ένα πράγμα και την ικανοποίηση που σου δίνει είναι το σεξ, ή το χρήμα. Είναι αρρώστια να σου τηλεφωνούν στις 4 η ώρα το πρωί, για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να σε πληρώνουν για την απάντηση που θα δώσεις εσύ με τη σειρά σου και εσύ παρολαυτά, να τη δίνεις.

Η συζήτηση με το <φίλο από τη δουλειά> έγινε 1 χρόνο μετά, ανάμεσα σε αποφάγια ανθρώπων και όχι μέσα σε γραφείο, ανάμεσα σε σπασμένα όνειρα κυρίως. Όχι δικά μου, δικά του. Εγώ ήθελα απλώς να του πω να σταματήσει να αγχώνεται, να μη βαράει το κεφάλι του στον τοίχο (όπως μου είπε, το κάνει συχνά όταν γίνεται λάθος στην παραγγελία), γιατί και οι 2 μας, τουλάχιστον πληρωνόμαστε τώρα.


Το φιλότιμο, είναι τελικά παγκόσμια μακέτα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2015

Υπάρχουν ορισμένα σοβαρότατα κλισέ που πρέπει να πεθάνουν.


Μία από τις πιο τραυματικές εμπειρίες της παιδικής και πρώιμης εφηβικής μου καθημερινότητας, ήταν τα μαθήματα πιάνου. Είχα την τύχη (Tύχη – εξακολουθώ να τη θεωρώ), να μαθητεύσω δίπλα σε μία αξιότατη* δασκάλα, στο Ωδείο Αθηνών. Όσοι έχουν πάει στο συγκεκριμένο Ωδείο για να σπουδάσουν μουσική, θα καταλάβουν περίπου τι εννοώ.

Στα μαθήματα πιάνου, οι ώρες ήταν σκληρές. Η μελέτη, ήταν εξίσου σκληρή. Ιδιαίτερα για μία “καλή μαθήτρια” σαν και εμένα. Ακόμα πιο ιδιαίτερα, για μία μαθήτρια η οποία έφερε στους ώμους της το φορτίο του ονόματος του πατέρα της, ο οποίος ήταν, είναι και θα εξακολουθήσει να είναι ένας πολύ ικανός επαγγελματίας πιανίστας (ο άνθρωπος ζει από αυτό). Και ο οποίος (ακόμα χειρότερα για εμένα), είχε υπάρξει ο ίδιος μαθητής της δασκάλας μου.

Η δασκάλα μου, 65 - 70 χρονών τότε, με έβαζε να κάνω το αδιανότητο: να παίζω τα πάντα σε δεδομένο χρόνο. Να παίζω τις κλίμακες σε δεδομένο χρόνο. Να παίζω τα κομμάτια σε δεδομένο χρόνο. Πάντα υπήρχε ένας μετρονόμος στην αίθουσα, πάνω στο πιάνο. Αν δεν μπορούσα να παίξω στο δεδομένο χρόνο, αυτό απλώς σήμαινε 2 πράγματα:

α. ή δεν έχω μελετήσει αρκετά
β. ή δε θέλω.

Μου φαινόταν ακατανόητο.

Τουλάχιστον μία φορά, ξέσπασα: της είπα ότι δεν μπορώ. Δεν μπορώ, απλώς.
Όχι. 
Για τη δασκάλα μου υπήρχε μόνο το ΔΕ ΘΕΛΩ.

Εκατό χρόνια αργότερα, θα ήθελα να κάνω μία μικρή επισήμανση σε σχέση με το σχετικό γαμημένο κλισέ που εξακολουθεί να επικρατεί: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕ ΘΕΛΩ.

Όχι. Υπάρχει και το “δεν μπορώ”.

Όχι, υπάρχει και πρέπει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα του. Δεν μπορώ. Απλά. Δεν είμαι υπερδύναμος, δεν είμαι τόσο ταλαντούχος σε αυτό το όργανο, δεν μπορώ, δε θέλω, δεν μπορώ και δε θέλω ταυτόχρονα, δε θέλω απλά, δεν μπορώ απλά, σε κάθε περίπτωση, είναι δικαίωμά μου να μην μπορώ.

Στη σημερινή κοινωνία και κατάσταση, αυτό εκλαμβάνεται ως ένδειξη αδυναμίας. Είναι, μπορεί και να είναι. Αλλά νομίζω ότι πρέπει να το αντιμετωπίσουμε σθεναρά. Να λέμε περισσότερο “δεν μπορώ”, χωρίς να χρειάζεται να κολλάμε παραδίπλα το “δε θέλω”. Να λέμε “δεν μπορώ” χωρίς ντροπή ότι αυτό θα σημαίνει πάλι πως δεν είμαστε τόσο δυνατοί ή θεληματικοί. Να λέμε “δεν μπορώ”, απλά.

Βαριέμαι, δε θέλω να μελετήσω τις κλίμακες, δε θα παίξω καλά στη συναυλία, δεν μπορώ.


*”αξιότατος” ή “αξιώτατος”: λοιπόν, ο “αξιώτατος” είναι ο υπερθετικός βαθμός του “αξιοτάτου”. Το έψαξα και είδα ότι υπάρχει μία νέα ελληνική γραμματική που επιτρέπει και τα 2. Αισιόδοξο, ειλικρινές και συνεπές ως προς την εξέλιξη.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Το αίσθημα της ενοχής.

(ήμαρτον πια! Επιτέλους διόρθωσα το διάστιχο που με ενοχλούσε τόσο σε αυτή την ανάρτηση. Μου πήρε 3 μήνες να ασχοληθώ και τώρα αισθάνομαι μία απαράμιλλη κούραση. Σε 6 μήνες - χοντρικά - υπολογίζω να ασχοληθώ και με το μπάνερ, όμως αυτό προϋποθέτει & συνεννόηση με συγκεκριμένο έτερο εργαζόμενο άνθρωπο, όπως είπαμε, οπότε δεν έχω μεγάλες προσδοκίες.)

Τώρα τελευταία πραγματεύομαι το αίσθημα της ενοχής. 

Συνηθίζω να το πραγματεύομαι μάλιστα σε μία εντελώς αναντοίστιχη γραμματοσειρά από αυτήν την οποία έχω εμπεδώσει γράφοντας για το αίσθημα της ματαιότητος, γιατί έχει αλλάξει και ο υπολογιστής. Σε κάθε περίπτωση, το αίσθημα της ενοχής, είναι ένα δύσκολο αίσθημα. Ιδιαίτερα όταν συγκρούεται με τις διαθέσεις του περίγυρου, τότε γίνεται ακόμα πιο άκομψο και στενό.

Για να μην κουράσω, θα έρθω στο θέμα:

Είμαι εγώ και έχω ένα όνειρο. Έχω ένα όνειρο βρε αδερφέ, θέλω να το κάνω, με κάθε τρόπο, με όποιο τρόπο κι αν το κάνω, εξακολουθώ να πιστεύω και να θεωρώ ότι αν πραγματοποιήσω αυτό το όνειρο, η πραγματικότης θα έρθει να ξεδιπλωθεί από μόνη της μπροστά στα μάτια μου και θα υποκλιθεί κιόλας.

Δε γίνεται έτσι. Στην ηλικία μου, θα έπρεπε ίσως να το ξέρω.

Αλλά δεν μπορώ και να σταματήσω να έχω αυτό το όνειρο. Σε αυτό το πλαίσιο, έχω προβεί τελευταία σε κινήσεις αλλοίωσης της πραγματικής μου ζωής, ούτως ώστε να μπορώ να έχω μία άνεση κινήσεων.

Πώς έπεσα εγώ σε αυτή τη λεκάνη?

Σε συνδυασμό με τη βαθιά γνώση και επισκόπηση - σύγκριση των πραγματικών επιτευγμάτων και ικανοτήτων διαφόρων υποκειμένων που έχω συναντήσει ανά τη ζωή αυτή, μου φαίνεται απίστευτο το πώς συνεχίζω να έχω το ίδιο όνειρο.

Πάει στο διάολο, το έχω. Και εδώ αρχίζει το δύσκολο:

Δεν κοιμάμαι, δεν τρώω, το στομάχι μου έχει δεθεί σε ναυτικό κόμπο απαράμιλλης δεξιότητας και αισιοδοξίας. Εγώ πάλι, όχι. Εγώ μόνο φοβάμαι, μόνο τρέμω ότι θα γίνει τελικά αυτό που θέλω να γίνει. 

Και ταυτόχρονα υποφέρω από τραγικά αισθήματα ενοχής.

Προσπερνάω και είναι λάθος. Τρώω το λάθος φαγητό, τη λάθος ώρα και στιγμή. Ενώ γίνεται ακριβώς αυτό που θέλω να γίνει.

Σκεφτόμουν λοιπόν ότι, για να τις νιώθω εγώ όλες αυτές τις αηδίες, σίγουρα και άλλοι άνθρωποι έχουν νιώσει παρόμοια συναισθήματα αδιεξόδου, φυγής & ενοχής. Και κατέληξα, στο ouija board. 

Πώς καταλήγεις εκεί θα πει κανείς?

Κατέληξα εκεί διαμέσου του GK Chesterton, λένε ότι το δοκίμασε κάποια στιγμή στη ζωή του. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση βρισκόταν, αλλά σίγουρα μπορώ να αντιληφθώ και να συμμεριστώ την αγωνία εκείνη που αισθάνθηκε για μία τελική απάντηση.

Μερικές φορές, θέλεις κάτι φοβιστικό, λοξό και ανεπίκαιρο για να σου επιβεβαιώσει αυτό ακριβώς που ξέρεις ήδη. 





Ο τζόγος, έχει δώσει τη λύση στους παρορμητικούς αλλά την έχει στερήσει από όσους
αισθανόμαστε “ευαίσθητοι μετά γνώσης”. Ή αναίσθητοι γενικά.


Δύσκολα τα κάναμε.


*σχετικά με τον τίτλο, είναι πρόβλημα. Το δουλεύω, αλλά έχω και σοβαρότερα προβλήματα ταυτόχρονα. Το ίδιο και ο άλλος άνθρωπος που πρέπει να το διορθώσει. Είμαστε όλοι φοβερά ειλικρινείς.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2014

Το κατάλληλο σκεύος, στην κατάλληλη θέση.



Τελευταία υπήρξε μία πολύ σημαντική εξέλιξη στον οικιακό μου υπολογιστή.

Υπέφερε από Windows XP. Βάλαμε linux. Ή ubuntu, ή τελοσπάντων  ό, τι βάλαμε, ώστε να μη λειτουργεί ο υπολογιστής μου τόσο αυτονομημένα και με τους δικούς του χρόνους (το είχε παρακάνει), όπως επίσης και να καταφέρει (σε ένα βαθμό τουλάχιστον) να συντονιστεί με τους χρόνους του χειριστή του (εμού δηλαδή).

Περιττό να αναφερθώ στις μακρές συνεδριάσεις που χρειάστηκαν για να αποφασίσω και να δώσω την τελική έγκριση σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο για την παραμικρή αλλαγή στον υπολογιστή μου. Ο υπολογιστής μου, είναι απλώς μία εικόνα. Δεν είναι μηχάνημα, είναι ένα σκεύος το οποίο δεν έχει δικό του εαυτό, παρά μόνο εάν ο εαυτός του αντανακλά τον δικό μου εαυτό και επιτελεί λειτουργίες τις οποίες τον διατάσσω να κάνει.

Αυτό είναι ο υπολογιστής. Νομίζω ότι πίσω μου βρίσκεται μία ολόκληρη στρατιά ανθρώπων μεγαλωμένων περίπου την ίδια δεκαετία οι οποίοι, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχουν ζήσει παρόμοιου τύπου μετάβαση. Που έχουν ζήσει έως τα 10 χωρίς σταθερό υπολογιστή, αλλά μετά τα 10, με κάτι οπωσδήποτε που να μοιάζει με γραφομηχανή, ή / και με σταθερό υπολογιστή. Θυμούνται ελάχιστα και το πριν.

Εγώ προσωπικά απέκτησα τον πρώτο μου υπολογιστή στα 10, δωρεά φίλου της μαμάς μου και μεταφέρω ακόμη τη μονάδα από σπίτι σε σπίτι στο οποίο μετακομίζω, με απώτερο σκοπό να την δημοπρατήσω κάποια στιγμή και να βγάλω τα απαραίτητα εκατομμύρια που θα εξασφαλίσουν σε εμένα (& τον ισχυρό συνεργάτη μου άντε) μία θέση στα μεγάλα τραπέζια μπίνγκο του Μαϊάμι ή εναλλακτικά σε έτερα μεγάλα τραπέζια καζίνο του Ατλάντικ Σίτυ. (είναι αρχαίος μακ - διαφήμιση)

Ένα από τα πράγματα που αποκτάς 20 χρόνια μετά τον πρώτο σου υπολογιστή, είναι η συναίσθηση της μετάβασης από την κατάσταση ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ στην κατάσταση ΜΕ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ, και κατ’ επέκταση η δυσάρεστη διαπίστωση ότι ο υπολογιστής σου, έχει και δικές του ανάγκες. Αυτή η κατάσταση, είναι περίπου τραγική. Ο υπολογιστής έχει ανάγκες να ανανεωθεί, την ώρα ακριβώς που εσένα σε πονάνε όλα, η πλάτη σου, η μέση σου, τα αυτιά σου, είναι πολύ δύσκολη παράπλευρη κατάσταση αυτή, όταν μεγαλώνεις. Ειδικά αν είσαι άπιστος, γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, γιατί δεν μπορείς να προσευχηθείς καν στο Θεό να σε σώσει από τη μαλακία που σε έχει βρει και που επιτάσσει τέτοιες αλλαγές στον υπολογιστή σου.

Στο τέλος, βάλαμε linux, τα πράγματα λειτουργούσαν τέλεια, δεν έχω λόγια να δοξάσω & να διαφημίσω αυτό το λειτουργικό σύστημα, με έχει διευκολύνει απίστευτα στο βαθμό που επιτέλους ανοίγει ο υπολογιστής μου με κανονικούς όρους και σε ανθρώπινους χρόνους.

Με έχει μπερδέψει απίστευτα, στο βαθμό που έχω το μισό μου υπολογιστή στα windows και τον άλλο μισό, σε ένα άλλο σύστημα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2014

Όχι πάλι τα ίδια παναγία μου.